Ας κάνουμε λίγη καλή οντολογία!

Υπάρχουν αν παρακολουθήσουμε την ιστορία της φιλοσοφίας πολλές θεωρίες που μιλούν για την αλήθεια. Αλλά αν τις προσέξουμε λίγο περισσότερο θα διαπιστώναμε ότι πρόκειται για θεωρίες που αναλύουν τα κριτήρια της αλήθειας και όχι την ίδια την έννοια της αλήθειας. Μήπως αυτό γίνεται γιατί η έννοια της αλήθειας είναι α-ιστορική;
Τι εννοώ. Η γλώσσα μας όταν θέτει μία πρόταση υπο-νοεί την αλήθεια της, συν-οδεύεται από μία αξίωση αλήθειας. Και κανείς δεν μπορεί να απαλλαγεί από αυτό ούτε στο τώρα ούτε και διαχρονικά. Ακόμη και ένας αντιορθολογιστής φιλόσοφος δεν μπορεί να ξεφύγει από αυτό που γίνεται από όλους τους ανθρώπους : διατύπωση μιας θέσης ως αλήθειας αναγώγιμης στην αντίληψη (αισθητηριακή)  και την αιτιολόγηση.

Από τη μία είναι όλες οι θεωρίες για την αλήθεια και από την άλλη η ίδια ή έννοια της αλήθειας που είναι αν-ιστορική και πάντα δίπλα και μαζί στην έννοια του νοήματος. Κάθε νόημα έχει μιαν αξίωση αλήθειας είτε είναι στην αρχαία Ελλάδα είτε σήμερα είτε από έναν πολιτισμό που θα μπορούσε να μην έχει καν τη λέξη αλήθεια. Αν τυχόν βρεθεί ένα γλωσσικό πλαίσιο αναφοράς που ξεφεύγει από αυτό τότε το ξανασυζηταμε. Αλλά μέχρι τώρα όσο και να ισχυρίζεται κάποιος ότι η αλήθεια είναι απότοκο εξουσιαστικών σχέσεων την ίδια στιγμή το νόημα που δίνει συνοδεύεται από την αλήθεια που αξιώνει.

Το ίδιο μπορούμε να πούμε ότι ισχύει για έννοιες όπως καλό, αγαθό, δίκαιο, ωραίο.

Από τη στιγμή που το υποκείμενο μιλά ή πράττει, οι έννοιες αυτές ακολουθούν το ποιηθέν είτε γλωσσικό είτε πραχθέν. Πχ η γλώσσα είναι σε σχέση με την αλήθεια που διατυπώνει , άρα έχει σχέση με μία αξίωση ορθότητας, δικαίου, καλού ή ακόμη και ωραίου αλλά και μιας επιθυμίας του απολύτου. 

Παρομοίως, το Αγαθό είναι η αιτία της πράξης η οποία έχει μίαν αξίωση αγαθότητας. Μόλις ρίχνεται, επιδιώκει να αγγίξει το τέλος, την απόλυτη αγαθότητα. Το Αγαθό είναι η αιτία του αποτελέσματος, όχι ως αντιθετική σχέση αλλά ως ένα αλλά και ένα ώστε, πράγμα που σημαίνει σχέση ετερότητας αλλά και παραγωγής. Από τη μία, το παραγόμενο είναι εν εαυτώ, αλλά επιδιώκει την τελειότητά του διά της παλλινοστήσεως στην ιδέα που του παρέχει τη δύναμη για να υπάρξει. Η έννοια είναι ανάγκη για ύπαρξη ειδάλλως δε θα συνέβαινε το υπαρκτό πεπραγμένο. Το πραγμένο ως προς τη δημιουργία του είναι μη αναγώγιμο σε πιθανό απριορικό περιεχόμενο της έννοιας. Η τελευταία είναι καθαρή για να είναι δημιουργική. Αν δεν ήταν αγνή καθαρότητα τότε θα ήταν ένα ακόμη παραγόμενο. 

Με όρους μέθεξης το μετέχον ενέχει το μετεχόμενον την ίδια στιγμή που το μετεχόμενο είναι και αμέθεκτον στην αυτονομία του. Δεν υπάρχει στατικότητα. Πχ η έννοια αλήθεια εν-νοείται αφ’ ης στιγμής τίθεται η πράξη της. Η πράξη αντανακλά την ομοιότητα με τη γενεσιουργή της αιτία δεσμεύοντάς την ως δύναμη της γενεσιακής αρχής της. Το αίτιον μπορεί να ιδωθεί ως έξις αλλά και ως επέκεινα, εν πάντεσσιν υπείροχον. Η έννοια δε συλλαμβάνεται λογικά είναι μετα-λογική, ώστε υπό αυτή την έννοια το ον να παράγεται από ένα μη-ον. Ή αλλιώς διατυπωμένο, το ον είναι μέσα στο μη-ον, στο τίποτα.  Παράλληλα, το παράγον έχει ανάγκη την ύπαρξη του παραγομένου, έτσι ώστε και το παραγόμενο να έχει μία μορφή προτεραιότητας. Την ίδια στιγμή , η αιτία ως μετεχόμενη στο μετέχον είναι η γενεσιακή αιτία του αλλά και η αιτία της τελείωσής του. 

Υπάρχει σε κάθε περίπτωση ο αντίθετος πόλος; Υπάρχει το κακό; Σε αυτή τη δομή μπορεί να παραχθεί το κακό ως αυτοέν στην ουσία του; Μπορούμε να πούμε πως όχι αν το δούμε σε σχέση με το κατά πόσο η πράξη γεννά αποτέλεσμα σε μεγάλη ή μικρή απόσταση από την τέλεια αρχή της. Η αλήθεια είναι η αιτία για πράξη αλλά δεν είναι υπεύθυνη για το βαθμό αληθείας που πετυχαίνει η πράξη. Οι αντίθετες έννοιες είναι βαθμός στέρησης του μετέχοντος στο μετεχόμενο. Οι στερήσεις παρυφίστανται αλλά δεν προϋφίστανται του πρακτού. 

Τώρα, όλες αυτές οι μεταλογικές κατηγορίες είπαμε ότι υπάρχουν κατά τη δημιουργία της πράξης. Όλες ανάγονται στην υπερκατηγορία της πραξιακότητας στην καθαρότητά της. Η πραξιακότητα δεν έχει υπόσταση, δεν έχει «είναι» αλλά είναι κάτι ανάμεσα σε είναι και μη-είναι. Είναι η στιγμή της εκκίνησης που χάνεται μόλις ενισχύεται η πράξη στη διάρκεια και εδραίωσή της. Δεν έχει ύπαρξη ούτε και ουσία. Είναι πριν από τη γένεση κάθε κατηγορίας, καλού, αληθούς κτλ. Είναι αυτοέν , μη-αναγώγιμο, α-νοητό και πρωταρχικό α-ιστορικό αίτιο. 

Αυτή η πράξη στην θετικότητά της δεν ανήκει στην περίκλειση ενός συστήματος. Αυτό είναι καλό και αναγκαίο με την έννοια ότι για να υπάρξει το σύστημα πρέπει η αρχή αυτή να είναι έξω από αυτό. Η ριζική καθαρότητα της πράξης είναι στο όριο του συστήματος. Για αυτό και δε δεσμεύεται από την οικονομία ενός συστήματος αλλά μπορεί και να έρθει σε αντίθεση με αυτό. Το καθαρό πράττειν είναι χωρίς-Είναι. Ως αυτό που δημιουργεί δεν έχει αυτότητα αλλά και ως προσφέρον δίνει αυτό που δεν έχει. 

Αν για πχ θέσουμε ερώτημα, τι είναι το αγαθό; Η γενεσιακή υπέρτατη αιτία του καθαρού πράττειν δεν έχει απάντηση. Δεν παρέχει θεμέλιο, έτσι ώστε το αγαθό δεν ανάγεται παρά στην αυθαιρεσία της Απόφασης. Η Πράξη της απόφασης είναι τυφλή. Δεν μπορούμε να περιμένουμε. Πρέπει να πάρουμε μιαν απόφαση. Έτσι μολύνεται το κυρίαρχο σύστημα από τυφλά σημεία, καθιστώντας την απόφαση ετερογενή της σκέψης και κάθε κανονιστικότητας. 

Έμπνευση: Jankelevich, Bouveresse, Πρόκλος

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s