Προς μία Αναλυτική Επιστημική Φαινομενολογία

Τι μπορούμε να πούμε πως έχουμε ως δεδομένο; Τα φαινόμενα

Βλέπουμε για πχ ένα αντικείμενο έχοντας το βίωμα ότι είναι κάτι διαφορετικό από εμάς και εξωτερικό.

Μπορούμε να κάνουμε οντολογία και να αναπτύξουμε μία οντολογία της συνείδησης ή του αντικειμένου καθαυτού; Λίγο δύσκολο καθώς η κίνηση στη γλώσσα δεν εξασφαλίζει το αντικείμενο καθαυτό ή μηχανισμούς καθαυτούς που υπάρχουν ιδίως όταν είμαστε σε έναν τόπο όπου δε σηκώνει το πείραμα και την επαλήθευση, τέλος πάντων μία επιστημονική μέθοδο όπως στις φυσικές επιστήμες, σε έναν δηλ. τόπο όπου κυριαρχεί το αντικειμενικό. Και πώς μπορούμε να οντολογικοποιήσουμε ό,τι είναι υποκειμενικό βίωμα;

Αιτιοκρατικές θεωρίες, φυσικαλιστικές, θα μπορούσαν να εξηγήσουν τα φαινόμενα του νου; Λίγο δύσκολο αφού τα φαινόμενα είναι μη αναγώγιμα στον εγκέφαλο. Επίσης, δεν έχει εξηγητικό χαρακτήρα για την αισθητηριακή σύλληψη ενός αντικειμένου. Από την άλλη, το να πούμε ότι η αισθητηριακή πληροφορία είναι στη φύση όπως πχ η μάζα, μάλλον δεν είναι παρά μία τολμηρή υπόθεση.

Άρα, μπορεί ο καθένας να λέει ό,τι θέλει για ζητήματα του νου;

Ίσως όχι. Αν διακρίνουμε ανάμεσα σε επιστημικό και οντολογικό και πάρουμε τον επιστημικό δρόμο. Πχ το βίωμα του πόνου δεν μπορεί να το αισθανθεί κανείς παρά μόνο αυτός που το νιώθει. Μπορούμε όμως να γνωρίσουμε τι είναι ο πόνος αντικειμενικά. Επιλέγουμε το τι μπορούμε να γνωρίσουμε για τον πόνο σε αντίθεση με ένα ερώτημα για το είναι του πόνου:

My pains have a subjective mode of existence in that they only exist as experienced by me, the subject. But mountains and molecules have an objective mode of existence because they exist whether or not they are experienced by any subject. It can be an epistemically objective matter of fact that I have a pain even though the mode of existence of the pain is ontologically subjective. (Searle. Philosophy in a New Century. New York: Cambridge, 2008.167)

https://narrative110y2013.wordpress.com/2013/06/27/objectivity-epistemic-and-ontological/

Επομένως, από επιστημική άποψη μπορούμε να προχωρήσουμε σε μία φαινομενολογική αναγωγή: να βάλουμε το φαινόμενο σε παρένθεση και να προχωρήσουμε αναλυτικά σε κάποιες αρχές. Πχ ότι η συνείδηση αναγνωρίζει αντι-κείμενα, ότι βλέποντας το απέναντι αντικείμενο η συνείδηση υπο-νοεί το σύνολό του παρόλο που δεν το εξετάζει λεπτομερειακά βγάζοντας συνέχεια συμπεράσματα για τη θέση του, και άρα, η υπονοητικότητα αυτή ως μια έννοια υπερβατολογικού, υπάρχει στην αυτονομία της. Ή ότι παράλληλα με το ορατό/παρατηρήσιμο συν-υπάρχει το αόρατο/μη-παρατηρήσιμο:

We may refer to this as a “category” of observability, or a category of perception—a category of things that present observably to my consciousness. On the other hand, there is a nonobservable aspect to my action—what we may refer to as a category of nonobservability.

To understand this category of nonobservability, consider the things we assume or believe are “there now” or “happening now” at any given moment, but which we do not actually observe. For example, I believe or assume that the back of that wall (points to wall) is “there now,” but I do not now observe the back of that wall. The back of that wall is, to me, a “presence” that I do not perceive or observe. It is present (I assume or believe), but not presently perceived or observed by me. We might refer to the back of the wall as a nonperceptual presence.

http://praxeology.org/2015/12/16/praxeology-four-essays/

Επομένως, καθίσταται δυνατή μία επιστήμη για τη συνείδηση. Μία αναλυτική επιστημική φαινομενολογία. Η κατάληξη σε μία category of nonobservability με έναν ισχυρό βαθμό αποδεικτικότητας. Μία αποδεικτικότητα που δεν απαιτεί τη συνοδεία της επάρκειας. Πχ στον Husserl:

In Cartesian Meditations, however, things have changed.
First, it is not an evidence which is not restricted to eidetic intuitions, but
used primarily with respect to the givenness of existence . It is said that the existence of the subject is given to the subject in immediate apodictic
evidences while the existence of the world is given only in a presumptive
apodictic evidence-this is the strongest assertion about the givenness of
existence ofthe world we can find in Husserl in this respect.»
Please note that I use the term «apodictic» only as a predicate for
givenness and not for being and hence use it in a strictly epistemic and not an ontological way. The «not being able to be represented or thought
otherwise» is now specified . An evidence is apodictic if any reflection on
the mode of such a givenness reveals in its own underlying structure what
is in question. It is obvious that apodictic evidences can in general only be
found with respect to the evidences in which the subject is given to itself,
first of all with respect to its existence, but then also with respect to certain general structures of subjectivity such as temporality, because all reflections on this structure are «necessarily» themselves temporal. They happen in subjective time.


It is, however, sufficient to point out that apodicticity has
nothing in common with and even excludes adequacy. The pure givenness
of the existence of an otherwise completely unexplicated realm can be
apodictic and nevertheless be completely inadequate. The knowledge of
some features of the structure oftemporality can be inadequate, it may even contain serious misunderstandings generated on the level of predication,but it is nevertheless apodictic in the sense mentioned .

«THE APODICTICITY OF ABSENCE»
THOMAS M. SEEBOHM, στο Derrida and Phenomenology, σελ. 199

Υπάρχει ο όρος eterophenomenology όπου εννοείται η διεπικοινωνία προκειμένου να μοιραστούν οι επιστημικές αναπτύξεις ώστε να πάρουν το χαρακτήρα καθολικής επιστήμης. Στον Husserl η έννοια της intersubjectivity βοηθά προς στην ίδια πορεία.

Για περαιτέρω μελέτη:

THE CONSTITUTION OF
CONSCIOUSNESS
A Study in Analytic Phenomenology
Wolfgang Huemer
Routledge
New York & London

 

 

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

3 Responses to Προς μία Αναλυτική Επιστημική Φαινομενολογία

  1. Το θέτειν τα αντικείμενα (το αντικείμενο) σε παρένθεση υπό το πλαίσιο της γνωσιολογικής πρακτικής (επιστημονικής, φιλοσοφικής, επιτημολογικης, ακόμα και θεολογικής) δεν είναι μια ανθρώπινη ιδιότητα μηδενοποίησης, άρα άρνησης, του πραγματικού κόσμου ως πλέγματος ιδιοτήτων;
    Αν είναι έτσι υπάρχει θέμα σε σχέση με το είδος αυτής της παρενθεσιακότητας με το είδος εκείνο που αναφέρεται ως λειτουργία στην μελέτη του βιωμένου ως βιωμένου (λ,χ πόνος) το οποίο είναι όντως αυτόνομα υπάρχον είτε είναι σε γνωσιακού τύπου παρένθεση είτε όχι.
    Μήπως έχουμε να κάνουμε με 2 είδη παρενθεσιακότητας που δεν μπορούν εύκολα έστω να «επικοινωνήσουν»;;

    • Ο/Η heroicodesembarazo λέει:

      Για την ερώτηση σου, μάλλον όχι γιατί όπως το θέτεις υπάρχει διαφορά ορολογίας. Ο πραγματικός κόσμος είναι τα φαινόμενα, άρα το παρενείρειν είναι μέσα στο πλαίσιο των φαινομένων. Καθώς τα φαινόμενα είναι μη αναγώγιμου χαρακτήρα, θα έλεγα ότι απλώς υπάρχει μετατόπιση. Δεν ξέρω αν απάντησα ικανοποιητικά, αν όχι πες μου, χρόνια πολλά και καλή χρονιά. Μου λειψαν οι παλιές συζητήσεις πάντως με σένα ονειρμο και Δημήτρη

  2. Να ανασυγκροτήσουμε αυτές τις συζητήσεις φίλε μου.
    Μου αρέσει ο όρος της μετατόπισης όπως τον θέτεις, έτσι απλά, γιατί δίνει ένα πλαίσιο ενότητας και διαφοράς των δομών αυτών. Πρόκειται για ένα τεράστιο έργο αν μπορούσε να γίνει, πάντως δύσκολο, αφού υπάρχουν προβλήματα θεμελίωσης ακόμα και με την κοινότοπη έννοιά τους, όπως πάλι το έθεσες απλά και ουσιαστικά..
    Χρόνια πολλά και την ειλικρινή αγάπη μου. Μου έλειψες φίλε..

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s