Φαινομενολογική προσέγγιση της αριστοτελικής θεωρίας της αίσθησης

(εισήγηση στο 6ο συνέδριο φιλοσοφίας από το περ. Φιλοσοφείν)

Η Αριστοτελική θεωρία της αισθητηριακής αντίληψης

Η περίπτωση του θυμού στο Περὶ ψυχῆς 403a19 δίνει την εντύπωση ότι ο Αριστοτέλης φυσικαλιστής. Εδώ φαίνεται να υποστηρίζει ότι η υλική δομή του σώματος αρκεί για να πραγματοποιηθεί το ψυχικό φαινόμενο του θυμού. Δηλαδή, προσδιορίζοντας  a posteriori την υλική βάση ως τον αναβρασμό του αίματος γύρω από την καρδιά, συμπεραίνεται ότι, κάθε φορά που θα βρίσκεται το σώμα σε αυτήν την κατάσταση, το υποκείμενο θα βρίσκεται στην ψυχική κατάσταση του θυμού, ακόμη κι αν τίποτε άλλο δεν αποτελούσε βασικό αίτιο για να προκαλέσει θυμό στο υποκείμενο. Έτσι, και σύμφωνα πάντα με μία φυσικαλιστική προσέγγιση, από τη στιγμή που θα εντοπισθεί ποια υλική κατάσταση προσδιορίζει το ψυχικό φαινόμενο με αιτιακές σχέσεις, τότε γνωστοποιείται τί είναι το ψυχικό φαινόμενο -στη συγκεκριμένη περίπτωση ο θυμός- έστω κι αν αυτό αφορά σε συγκεκριμένη ομάδα όντων, όπως ο άνθρωπος.

Ο Everson[1] επισημαίνει μία πολύ σημαντική Αριστοτελική διάκριση στα Μετὰ τὰ Φυσικὰ 1048b28- 34[2]: Άλλη η ουσία της «ενέργειας» κι άλλη της «κίνησης». Η κίνηση είναι πάντα ατελής, (1048b29 και 1048b 30-2 «Άλλο το ότι κάποιος βαδίζει και άλλο το ότι έχει βαδίσει») ενώ η ενέργεια είναι πάντα ολοκληρωμένη. Όταν ένας βλέπει, σημαίνει ότι βρίσκεται στην εν ενεργεία κατάσταση της αισθητηριακής αντίληψης. Δηλαδή, ως εν ενεργεία αντίληψη εννοείται η αισθητηριακή αναγνώριση ενός εξωτερικού αντικειμένου. Η κίνηση κατευθύνεται προς ένα τέλος, ενώ η ενέργεια είναι το τέλος, το οποίο είναι ολοκληρωμένο και δεν αλλάζει. Συνεπώς, οι κινήσεις του σώματος, ή πιο συγκεκριμένα  του αισθητηριακού οργάνου, δεν μπορούν να ταυτιστούν με, ή να προσδιορίσουν την ολοκληρωμένη ενεργεία κατάσταση μιας αισθητηριακής αντίληψης.

Επίσης δεν τίθεται θέμα «πολλαπλής πραγμάτωσης»(multiple realizability), δηλ. οι αισθητηριακές λειτουργίες να μπορούν να μεταφερθούν σε άλλη υλική βάση. Στο Περὶ ψυχῆς 412b δηλώνεται ξεκάθαρα ότι το μοναδικό υλικό σώμα το οποίο ενέχει τη δυνατότητα να μεταποιηθεί σε ζωντανό οργανισμό είναι το βιολογικό σώμα[3]. Και στο Περὶ ψυχῆς 407b [4]επικρίνονται οι μύθοι που υποστηρίζουν την άποψη ότι η ψυχή θα μπορούσε να αναδυθεί από οποιοδήποτε είδος σώματος.

Γενικά, η υλική ανάλυση όμως δεν αντιμετωπίζεται από τον Αριστοτέλη ισότιμα με την μορφική. Στον ορισμό της αίσθησης δεν περιλαμβάνεται η ύλη, αλλά απαιτούνται μόνο μορφικές περιγραφές γιατί κατά τον Αριστοτέλη αυτό είναι η αίσθηση.

Πώς ο νους είναι ικανός να συλλάβει το είδος μορφικά;

ἀπαθὲς ἄρα δεῖ εἶναι , δεκτικὸν δὲ τοῦ εἴδους καὶ δυνάμει τοιοῦτον ἀλλὰ μὴ τοῦτο

«Το σκεπτόμενο μέρος της ψυχής πρέπει λοιπόν να είναι, αν και απαθές, ικανό να συλλαμβάνει τη μορφή ενός αντικειμένου. Δηλαδή πρέπει να είναι δυνητικά ταυτόσημο στο χαρακτήρα με το αντικείμενό του, χωρίς όμως να είναι το αντικείμενο»

Περὶ ψυχῆς 429α14-18

Για τον Αριστοτέλη αυτό που αποκαλούμε εμείς σήμερα «αισθητές ποιότητες» (properties),δηλαδή, ιδιότητες που αποδίδονται στο αντικείμενο, και αυτό που αποκαλούμε «γενικές έννοιες» (concepts),δηλαδή, ιδιότητες που χρησιμοποιούνται κατά την σκέψη, είναι οι δύο πλευρές του ίδιου νομίσματος. Ο Putnam υποστηρίζει ότι αυτός ο δυισμός της σύγχρονης σκέψης δεν υπάρχει στην Αριστοτελική σκέψη.[5]

ἐπεὶ δὲ οὐδὲ πρᾶγμα οὐθὲν ἔστι παρὰ τὰ μεγέθη, ὡς δοκεῖ, τὰ αἰσθητὰ κεχωρισμένον, ἐν τοῖς εἴδεσι τοῖς αἰσθητοῖς τὰ νοητά ἐστι, τὰ τε ἐν ἀφαιρέσει λεγόμενα καὶ ὅσα τῶν αἰσθητῶν ἕξεις καὶ πάθη.

Περὶ ψυχῆς 432a2-7 [6]

Έτσι λοιπόν, συνεχίζοντας την ανάλυση του Putnam, όταν βλέπω ως κόκκινο ένα λουλούδι, κι όταν σκέφτομαι ως κόκκινο ένα λουλούδι, ακριβώς το ίδιο «καθόλου», το κόκκινο, βρίσκεται «μέσα» στο λουλούδι του εξωτερικού κόσμου (unum in multis) και «μέσα» στο νου (unum de multis).

«Ό,τι ενώνει, είναι ο νους»[7]. Στο 431a5-10 και 431b5 υποστηρίζεται ότι ο νους κινείται, δηλαδή, από την εν δυνάμει κατάσταση μεταπηδά στην εν ενεργεία, κι εφόσον είναι χωριστός από το σώμα, τότε η κίνηση δεν αφορά τις σωματικές κινήσεις, γίνεται δηλαδή αναφορά στην ενεργοποίηση των ψυχικών δυνατοτήτων που βρίσκονται σε ένα άλλο υψηλότερο επίπεδο[8]

O Αριστοτέλης αντιμετωπίζει το εξωτερικό αντικείμενο ως σύνολο-μορφή που απαρτίζεται από τα ουσιώδη γνωρίσματα, τα οποία οντολογικά το μορφοποιούν ως τέτοιο έτσι, ώστε το συνολικό πράγμα να είναι αριθμητικά ένα , μολονότι το συνθέτουν ποικίλες αισθητές ποιότητες. Βέβαια, οι αισθητές ποιότητες διαφέρουν ως προς το ατομικό τους είναι. Παράλληλα, υποστηρίζει κάτι ανάλογο και για την ψυχή, ότι δηλαδή, υπάρχει «μία γενική ικανότητα της αισθητηριακής αντίληψης», η οποία αριθμητικά είναι μία, αλλά και διαφορετική ως προς το είναι της, για να μπορέσει να εξηγήσει την ταυτόχρονη αντίληψη πολλών αισθητών ποιοτήτων ως ενιαίο σύνολο από μία αισθητηριακή ικανότητα αναγνώρισης της μορφής των εξωτερικών αντικειμένων[9]. Ο Αριστοτέλης, λοιπόν, επιστρατεύει το νου για να λύσει το πρόβλημα αυτής της αναγνώρισης.

Το σκεπτόμενο μέρος της ψυχής κρίνει ταυτόχρονα τις αισθητές ποιότητες που χαρακτηρίζουν ένα είδος, όπως για παράδειγμα το χρώμα και τη γεύση κατά την αντίληψη του είδους «χολή». Δημιουργείται ταυτόχρονη αντίληψη δύο ποιοτήτων που απαρτίζουν το είδος του εξωτερικού αντικειμένου

Πρώτα, το είδος του πράγματος έχει «φύσει» την ικανότητα να γίνεται αντιληπτό, την ίδια στιγμή που είναι ένα ανεξάρτητο από την αίσθηση ον[10]. Δεύτερον, το υποκείμενο κατέχει μία ικανότητα αναγνώρισης των μορφών. Αυτή υπάρχει σε κάθε ψυχική λειτουργία που συσχετίζεται με την αίσθηση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, αναγνωρίζεται ότι στο νου εντοπίζεται ένα είδος σύνθεσης εννοημάτων[11]. Αυτή η ενότητα που πραγματώνεται νοητικά και αφορά στο αντικείμενο ως ενιαίο όλο, μπορεί να είναι αληθής. Σε αυτή την περίπτωση, το υποκείμενο αντιλαμβάνεται το  εξωτερικό αντικείμενο ως προς το είδος του, δηλαδή, με τις ποιότητες που το κάνουν να είναι αυτό που είναι. Δεν αποκλείεται βέβαια η ενότητα να είναι  ψευδής, πράγμα  που σημαίνει ότι έχει συμβεί λανθασμένη σύνθεση των αισθητών ποιοτήτων σε σχέση με το εξωτερικό αντικείμενο.

Υποδηλώνεται ο συγκερασμός ποιοτήτων, οι οποίες είναι μεν μεταξύ τους εντελώς ανεξάρτητες ποιοτικά, μπορούν όμως να συμφυρθούν και να δημιουργήσουν μία αντικειμενική οντότητα. Έτσι, το πικρό και το κίτρινο δεν συσχετίζονται μεταξύ τους, πρόκειται για δύο διαφορετικές αισθητές ποιότητες που είναι ανεξάρτητες. Από την άλλη, όμως, ως ουσιώδη χαρακτηριστικά ενός είδους, π.χ. της χολής, σχετίζονται οντολογικά και ο συγκερασμός τους καταντά ουσιώδης για την πραγμάτωση του είδους «χολή». Το είδος υπάρχει έξω, είναι ανεξάρτητο από τη νόηση. Δίδεται όμως στη νόηση η δυνατότητα να το συλλάβει στην αλήθεια του[12]

Η φύση επιτυγχάνει το πέρασμα από το καθαυτό πνευματικό βίωμα στα εξωτερικά πράγματα. Η αντίληψη αντιμετωπίζει τον κόσμο ως φαινόμενο, τη στιγμή που ο εξωτερικός κόσμος, εκ φύσεως χαρακτηρίζεται από αισθητές ποιότητες, οι οποίες μπορούν να συλληφθούν από το υποκείμενο που αισθάνεται. Το άτομο ως σώμα, δομημένο έτσι, ώστε να μπορεί να αισθανθεί και να γνωρίσει τον κόσμο, και ο κόσμος ως φαινόμενο, εξασφαλίζουν μιαν αλληλεπίδραση που είναι σύμφωνη με τις επιταγές της φύσης.

Το σκεπτόμενο μέρος της ψυχής παριστά τις μορφές κατά τη διαδικασία της αίσθησης και της φαντασίας δυνάμει της φυσικής ικανότητας να αναφερθεί σε κάτι. Οι διαδικασίες αυτές  αναφέρονται σε κάτι. Η φαντασία εξαρτάται από την αίσθηση, γιατί αυτή, πρώτη, συλλαμβάνει τις μορφές των εξωτερικών αντικειμένων. Χωρίς αυτήν, δε θα ήταν δυνατό κάτι τέτοιο. Και η αίσθηση αυτό που αντιλαμβάνεται, είναι οι αισθητές εξωτερικές ποιότητες του αντικειμένου, καθώς συλλαμβάνεται στην μορφή του. Κατά συνέπεια, όταν ο Αριστοτέλης ισχυρίζεται ότι το φάντασμα είναι αίσθημα «άνευ ύλης», ίσως να εννοεί, χωρίς να παρευρίσκεται το εξωτερικό αντικείμενο, το οποίο είναι απαραίτητο στοιχείο για την πραγμάτωση της αισθητηριακής αντίληψης. Ο Αριστοτέλης στην περίπτωση της αίσθησης και της φαντασίας, φαίνεται να τονίζει την ικανότητα σύλληψης της μορφής των εξωτερικών αντικειμένων, της αντίληψης των πραγμάτων στην ουσία τους. Νομίζω ότι η παρεμβολή, ανάμεσα στα αντικείμενα και το νου, μιας αναπαράστασης, θα εναντιωνόταν στην όλη του προσπάθεια να εξηγήσει πώς ο νους συλλαμβάνει την ίδια την ουσία των πραγμάτων.  Επομένως, και για τη φαντασία και για το φάντασμα, θα μπορούσαμε να ισχυριστούμε ότι δεν εμπλέκεται κάποιο είδος αναπαράστασης.

καὶ ἀπελθόντος τοῦ αἰσθήματος τοῦ ἀληθοῦς ἔνεστι, καὶ ἀληθὲς εἰπεῖν ὅτι τοιοῦτον οἷον Κορίσκος, ἀλλ’ οὐ Κορίσκος. ὅτε δὲ ᾐσθάνετο, οὐκ ἔλεγε Κορίσκον τὸ κύριον καὶ τὸ ἐπικρῖνον, ἀλλὰ διὰ τοῦτο ἐκεῖνον Κορίσκον τὸν ἀληθινόν.

Περὶ ἐνυπνίων  461b23-27[13].

«όταν αποχωρίσει το αληθινό ον, ενυπάρχει, και είναι αληθές το να πούμε πως αυτό είναι σαν τον Κορίσκο, αλλά όχι ο Κορίσκος. Όταν το σκεπτόμενο μέρος της ψυχής που είναι κυρίαρχο και κρίνει, βρίσκεται στη διαδικασία της αληθινής αισθητηριακής αντίληψης, δεν αναφερόταν στον Κορίσκο, αλλά εξαιτίας αυτού, (δηλαδή του αισθήματος) σ’ εκείνον τον Κορίσκο τον αληθινό». Περὶ ἐνυπνίων  461b23-27

Στην περίπτωση της φαντασίας έχουμε το φάντασμα και το «είναι – σαν», «τοιοῦτον». Στην αίσθηση, το αίσθημα και το «είναι – για», (τοῦτο). Βέβαια, και οι δύο περιπτώσεις είναι αναφορικές (αλλά το είναι τους είναι διαφορετικό, γιατί οι δύο λειτουργίες, της αίσθησης και της φαντασίας δεν ταυτίζονται). Μπορούμε λοιπόν, να συμπεράνουμε τα εξής:

Στις περιπτώσεις της φαντασίας, και πιο συγκεκριμένα,  στις περιπτώσεις των λανθασμένων αναμνήσεων, των ονείρων, των παραισθήσεων, και των αντικειμένων ή γεγονότων της εμπειρίας που είναι αντικείμενο μνήμης, έχουμε μία εμπειρία πανομοιότυπη με την πραγματική εμπειρία της αισθητηριακής αντίληψης. Δηλαδή, το να έχει κάποιος την εμπειρία ενός αντικειμένου Χ νοείται διαζευκτικά[14]: Σύμφωνα με τον Putnam[15], μπορεί να αναφέρεται είτε στην αντίληψη του Χ είτε στην πανομοιότυπη αντίληψη του Χ (συλλαμβάνω το Χ και σαν να συλλαμβάνω το Χ). Όταν έχω π.χ. μία παραίσθηση, έχω μία εμπειρία φαινομενικά σαν την αισθητηριακή εμπειρία, με την έννοια ότι μου φαίνεται σαν να έχω μία αισθητηριακή εμπειρία (οι ίδιες αισθητηριακές ποιότητες καλούνται στο νου).

Η οπτική εμπειρία του α, η οποία είναι άμεση αισθητηριακή αντίληψη, αντιμετωπίζει τα στοιχεία του α ως συστατικά της εμπειρίας. Από την άλλη πλευρά, το να φανταστώ ένα εξωτερικό αντικείμενο, ή γεγονός α, σημαίνει ότι φαντάζομαι πως έχω την αισθητηριακή εμπειρία του εξωτερικού αντικειμένου ή γεγονότος α (σαν – να).  Όταν ένας φέρνει στο νου του το α, είναι σαν να υφίσταται την εμπειρία της άμεσης αισθητηριακής αντίληψης. Κατά συνέπεια, σε αυτή την περίπτωση, φαντάζεται τα συστατικά στοιχεία της εμπειρίας. Έτσι, όταν κάποιος φαντάζεται την εμπειρία, την φαντάζεται σαν άμεση. Επιπλέον, επειδή ,αυτού του είδους, η «οπτικοποίηση» έχει ως συστατικά της τα αντικείμενα της εμπειρίας, η συμπεριφορά του υποκειμένου απέναντι στη φανταστική σκηνή θα είναι αυτή όπως θα ήταν αν τα συγκεκριμένα αντικείμενα ήταν παρόντα.

Συνεπώς, για έναν υποστηρικτή της διαζευκτικής προσέγγισης, η φανταστική αμεσότητα της οπτικής εμπειρίας θα έχει άμεσες συνέπειες στη δραστική συμπεριφορά του υποκειμένου, αναφορικά με τη φανταστική σκηνή. Δηλαδή, δεν παρεμβαίνει κανένας ενδιάμεσος όρος, διότι το α ως α είναι παρόν κατά τη διαδικασία της φαντασίας. Από την άποψη αυτή, η οπτικοφανταστική εμπειρία είναι όμοια με την οπτική άμεση εμπειρία. Αυτό που απουσιάζει είναι η «αμεσότητα» (immediacy) της εμπειρίας. Όμως υπάρχει κάτι ανάλογο της αμεσότητας, επειδή κατά την οπτική – φαντασιακή εμπειρία του α το υποκείμενο βρίσκεται στην κατάσταση  «σαν-να» έχει την αισθητηριακή εμπειρία του α. Η τελευταία κατάσταση τοποθετεί το υποκείμενο σε μια μη – ουδέτερη κατάσταση με σεβασμό στην εξωτερική ύπαρξη του α. Κάτι τέτοιο έχει συνέπειες για τις πιθανές πραγματώσεις που μπορεί να έχει η πραγματικότητα και συνεπώς για το τί καταλήγει να πιστεύει κάποιος ότι είναι δυνατό να πραγματοποιηθεί[16].

Τελικά συμπεράσματα

Ο Αριστοτέλης λοιπόν, έχει βασικό μοτίβο την αναφορά στα πράγματα καθαυτά με φαινομενολογικό περιεχόμενο. Δέχεται έναν κόσμο φαινομένων στην εμμένειά του όπου κάθε αντικείμενο είναι φαινομενικό αντικείμενο. Το πολύ σημαντικό στη σκέψη του φιλοσόφου είναι ότι μιλά για αντικείμενα, η προθετικότητα στοχεύει σε αντικείμενα. Δημιουργείται μία προθετική πραγματικότητα όπου οι ποικίλες προθετικές προσεγγίσεις καταδεικνύουν την ουσία του αντικειμένου. Το αντικείμενο μάλιστα αντιστέκεται στην προθετικότητα έτσι ώστε ο άνθρωπος να μην είναι κυρίαρχος σε αυτό το φαινομενολογικό εμμενές πεδίο. Ο Αρ. δηλ. μπορεί να χαρακτηριστεί ως φιλόσοφος του αντι-κειμένου.
Και λέω αναμφισβήτητα γιατί η αλήθεια στη φαινομενολογία ταυτίζεται με την τεκμηρίωση. Αλήθεια είναι απόδειξη. Και απόδειξη εδώ είναι τα στοιχεία της φαινομενολογίας ως αποβλεπτικότητα προς ένα κατέναντι αντικείμενο.
Το Εγώ υπάρχει αναμφισβήτητα σε σχέση με ένα κατέναντι.
Αλήθεια στη φαινομενολογία είναι το αυτο-δόσιμο του πεδίου σχέσεων αυτής της εμπειρίας όπου το αντικείμενο καθαυτό είναι αυτό που στοχεύει και βρίσκει η αποβλεπτικότητα. Η επιβεβαίωση του αληθούς ξεκινά με το αν η αποβλεπτικότητα πετυχαίνει το στόχο της.

[1] Aristotle on Perception, Cl.Press,1997, σελ.255

[2] τούτων δὴ δεῖ τὰς  μὲν κινήσεις λέγειν, τὰς δἐνεργείας. πᾶσα γὰρ κίνησις ἀτελής, ἰσχνασία, μάθησις, βάδισις, οἰκοδόμησις· αὗται δὲ κινήσεις, καὶ ἀτελεῖς γε. οὐ γὰρ ἅμα βαδίζει καὶ βεβάδικεν, οὐδοἰκοδομεῖ καὶ ᾠκοδόμηκεν, οὐδὲ γίγνεται καὶ γέγονεν, κινεῖται καὶ κεκίνηται ἀλλ’ ἕτερον καὶ κινεῖ καὶ κεκίνηκεν. ἑώρακε δὲ καὶ ὁρᾷ ἅμα τὸ αὐτό, καὶ νοεῖ καὶ νενόηκεν. τὴν μὲν οὖν τοιαύτην ἐνέργειαν λέγω, ἐκείνην δὲ κίνησιν.

[3] διὸ ψυχή ἐστιν ἐντελέχεια πρώτη σώματος φυσικοῦ δυνάμει ζωὴν ἔχοντος. τοιοῦτον δὲ ἂν ὀργανικόν. Περὶ ψυχῆς 412α27-412β.

[4] οἱ δὲ μόνον ἐπιχειροῦσι λέγειν ποῖόν τι ψυχή, περὶ δὲ τοῦ δεξομένου σώματος οὐθὲν ἔτι προσδιορίσουσιν, ὥσπερ ἐνδεχόμενον κατὰ τοὺς Πυθαγορικοὺς μύθους τὴν τυχούσαν ψυχὴν εἰς τὸ τυχὸν ἐνδύεσθαι σῶμα. δοκεῖ γὰρ ἕκαστον ἴδιον ἔχειν εἶδος καὶ μορφήν, παραπλήσιον δὲ λέγουσιν ὥσπερ εἴ τις φαίη τὴν τεκτονικὴν εἰς αὐλοὺς ἐνδύεσθαι· δεῖ γὰρ τὴν μὲν τέχνην χρῆσθαι τοῖς ὀργάνοις, τὴν δὲ ψυχὴν τῷ σώματι. Περὶ ψυχῆς 407β19-26.

[5] «Aristotle’s mind and Contempoary Mind», σελ. 33-34.

[6] «Εφόσον όμως, κανένα πράγμα δεν υπάρχει ξεχωριστά πέρα από τα αισθητά μεγέθη, μέσα στα αισθητά είδη, υπάρχουν τα νοητά όντα, τόσο αυτά που αποκαλούνται αφηρημένα αλλά και όσα είναι καταστάσεις και παθήματα των αισθητών»

[7] τὸ δὲ ἓν ποιοῦν ἕκαστον, τοῦτο ὁ νοῦς.

[8] φαίνεται δὲ τὸ μὲν αἰσθητὸν ἐκ δυνάμει ὄντος τοῦ αἰσθητικοῦ ἐνέργεια ποιοῦν· οὐ γὰρ πὰσχει οὐδ’ ἀλλοιοῦται. διὸ ἄλλο εἶδος τοῦτο κινήσεως·  ἡ γὰρ κίνησις τοῦ ἀτελοῦς ἐνέργεια, ἡ δ’ ἀπλῶς ἐνέργεια ἑτέρα ἡ τοῦ τετελεσμένου. – τὸ μὲν οὖν αἰσθάνεσθαι ὅμοιον τῷ φάναι μόνον καὶ νοεῖν·

[9] Περὶ αἰσθήσεως καὶ αἰσθητῶν 449a12-20

[10] Περὶ ψυχῆς 426a19-27

[11] Ἡ μὲν οὖν τῶν ἀδιαιρέτων νόησις ἐν τούτοις περὶ ἃ οὐκ ἔστι τὸ ψεῦδος, ἐν οἷς δὲ καὶ τὸ ψεῦδος καὶ τὸ ἀληθές σύνθεσίς τις ἤδη νοημάτων ὥσπερ ἓν ὄντων. Περὶ ψυχῆς 430a26-28

[12] Περὶ ψυχῆς 431b20-432a13.

[13] «όταν αποχωρίσει το αληθινό ον, ενυπάρχει, και είναι αληθές το να πούμε πως αυτό είναι σαν τον Κορίσκο, αλλά όχι ο Κορίσκος. Όταν το σκεπτόμενο μέρος της ψυχής που είναι κυρίαρχο και κρίνει, βρίσκεται στη διαδικασία της αληθινής αισθητηριακής αντίληψης, δεν αναφερόταν στον Κορίσκο, αλλά εξαιτίας αυτού, (δηλαδή του αισθήματος) σ’ εκείνον τον Κορίσκο τον αληθινό». Περὶ ἐνυπνίων  461b23-27

[14] Σύμφωνα με τη διαζευκτική θεωρία, η εμπειρία της αισθητηριακής αντίληψης αποτελεί διαφορετικό είδος νοητικής κατάστασης, σε σχέση με τις περιπτώσεις των ψευδαισθήσεων, οραμάτων κ.ά., χωρίς όμως να αρνείται ότι υπάρχει ένα νοητικό στάδιο, το οποίο είναι κοινό στις νοητικές καταστάσεις. Πιο αναλυτικά, κατά την άμεση αισθητηριακή εμπειρία,(veridical perception), π.χ. ενός δέντρου, συμβαίνει μία επαφή του υποκειμένου που αισθάνεται, με το αντικείμενο που είναι ανεξάρτητο από τον νου, έτσι, ώστε το δέντρο και τα χαρακτηριστικά του να δημιουργούν, ως ένα βαθμό, την άμεση αισθητηριακή εμπειρία του υποκειμένου. Επομένως, αν το εξωτερικό αντικείμενο είναι συστατικό στοιχείο της εμπειρίας, τότε, το υποκείμενο δεν θα μπορούσε να έχει αυτή την εμπειρία , στην περίπτωση που το αντικείμενο δεν υπήρχε. Όταν το άτομο ζει μια κατάσταση ψευδαίσθησης, κατά τη διαζευκτική θεωρία,  δεν βρίσκεται στο ίδιο νοητικό στάδιο της πραγματικής αισθητηριακής εμπειρίας, μολονότι το υποκείμενο δεν μπορεί να διακρίνει τις δύο περιπτώσεις. “The Transparency of Experience”, M.G.F. Martin, Un. College London.

[15] “Aristotle’s Mind and Contemporary Mind”.

[16] “The Transparency of Experience”, M.G.F. Martin, Un. College, London.

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s