Η έννοια του αφηρημένου στον Hayek

Η προσδοκία ότι τα άλλα μέλη του κοινωνικού συνόλου ακολουθούν τους ίδιους κανόνες προσδιορίζουν τη συμπεριφορά μου πέρα από τις ατομικές μου επιθυμίες και ιδιαιτερότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι ο συνδετικός κρίκος μιας κοινωνίας είναι τα λεγόμενα κοινά βιώματα ή κοινές παραστάσεις. Σημασία έχει, τονίζει ο Hayek, είναι η κοινές παραστάσεις και κοινά βιώματα. Αυτό που μετράει είναι η αφηρημένη τάξη με την οποία συνδέονται οι κανόνες αυτοί. Και είναι αναγκαίος ο τονισμός του αφηρημένου χαρακτήρα αυτής τάξης, διότι εκφράζει την άγνοια που έχουμε στην πολυσύνθετη κοινωνία στην οποία ζούμε, και την ανάγκη να βάλουμε στο λογαριασμό μας την άγνοια αυτή, της οποίας όμως έχουμε επίγνωση. Μ’ άλλα λόγια, έχουμε κανόνες, νόμους, επειδή δεν γνωρίζουμε αρκετά και όχι επειδή γνωρίζουμε. Η αλήθεια αυτή διαλάθει της προσοχής εκείνων που είναι υπέρμαχοι του θετικού δικαίου, αλλά και εκείνων που νομοθετούν νύχτα μέρα, αλλά ως νύχτα, από του ύψους της υποτιθέμενης παντογνωσίας τους. Υπό τις συνθήκες αυτές γεννιέται το ερώτημα: ποιες πολιτικές αποφάσεις είναι δίκαιες, ποια πολιτική είναι δίκαιη; Και ασφαλώς μια τέτοια ερώτηση αφορά την κοινωνική δικαιοσύνη, αν πρόκειται να έχει λογικό νόημα ο όρος αυτός. Η απάντηση είναι ότι οι πολιτικές αποφάσεις είναι δίκαιες στο βαθμό που είναι σύμφωνες με κανόνες δίκαιης συμπεριφοράς.

Παρακαλώ να γίνει αντιληπτό ότι εδώ ο τονισμός πηγαίνει στη λέξη «κανόνες» μάλλον ή στη φράση «δίκαιη συμπεριφορά». Λέει επ’ αυτού ο Hayek:

«Το να κρίνει κανείς τις ανθρώπινες πράξεις υπό το φως ορισμένων παραδεγμένων κανόνων και όχι με γνώμονα τα αποτελέσματα που έχουν είναι ένα μέτρο που έδωσε δυνατότητα ύπαρξης στην Ανοιχτή Κοινωνία»

Διότι, δικαιοσύνη σημαίνει να κρίνονται όλοι με τους ίδιους κανόνες . Δεν είναι η στάθμιση διαφορετικών συμφερόντων . Ούτε αποσκοπεί στην εκπλήρωση κάποιας ιδανικής κατάστασης. Μια αιτία σύγχυσης οφείλεται στο ότι η διατήρηση μιας αυτορυθμιζόμενης τάξης πραγμάτων απαιτεί αλλαγές που είναι απρόθετες συνέπειες ανθρωπίνων πράξεων. Αυτές θα ήταν άδικες πράξεις αν δεν ήταν απρόθετες.

Το απρόθετο συνδέεται με την επίγνωση της άγνοιας μας: ξέρουμε ότι δεν είμαστε παντογνώστες και συμβιβαζόμαστε μ’αυτό, προσαρμοζόμαστε ανάλογα. Αν είμασταν παντογνώστες δεν θα χρειαζόμασταν τη δικαιοσύνη. Η δικαιοσύνη, όπως κάθε αφαίρεση, είναι όργανο προσαρμογής στην άγνοια μας. Δεν έχουμε και δεν μπορούμε να έχουμε στο νου μας κάποια ιδανική κατάσταση. Γι αυτό έχουμε αφηρημένους κανόνες που είναι ανεξάρτητοι από κάποιο τελικό σκοπό. Και η δοκιμασία στην οποία τέθηκαν αυτοί οι κανόνες έχει «αρνητικό» χαρακτήρα με την εξής έννοια: δεν επιβεβαιώθηκαν θετικά, απλώς δεν διαψεύσθηκαν ή μάλλον δεν απέβησαν άχρηστοι ή βλαπτικοί στην εξέλιξή μας. Πολλοί εγκαταλείφθηκαν, τροποποιήθηκαν ή απαλείφθηκαν από την εμπειρία μας. Η συγγένεια και ο παραλληλισμός αυτής της διαδικασίας με τη μέθοδο των δοκιμών και λαθών του Karl Popper αναγνωρίζεται από τον F.Α.Hayek.
Η όλη προσπάθεια του Hayek βασίζεται σε μια ιδέα της δικαιοσύνης που αντιστρατεύεται την θετικιστική αντίληψη η οποία την συσχετίζει με την επιβολή του νόμου. Δικαιοσύνη κατά τον Hayek είναι το θεμέλιο, αλλά και ο περιορισμός του νόμου. Αν ξεφύγουμε από αυτές τις βασικές αρχές της δικαιοσύνης ως αφαίρεσης, της κοινωνίας ως ιδέας που εκφράζει ένα σύνολο σχέσεων μεταξύ ατόμων, τότε το τραίνο που θα μας οδηγήσει στην ορθή εννοιολόγηση της κοινωνικής δικαιοσύνης δεν μπορεί να ξεκινήσει.

Πηγή: http://fvonhayek.blogspot.gr/2014/02/hayek.html

Advertisements
This entry was posted in Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s