Συνέδριο/ Καβάφης

Εισήγηση με θέμα:

Καβάφης, Βυζάντιο και (νεο)ελληνική ταυτότητα

Κυρίες και Κύριοι …,

Θέμα της εισήγησής μας είναι το Βυζάντιο μέσα από την ποιητική ματιά του Καβάφη. Η έμφασή μας θα αφορά τις έννοιες του Βυζαντινισμού, της φυλής και του Γραικού όπως συναντιούνται στα βυζαντινά καβαφικά ποιήματα, με σκοπό να παρουσιασθεί το συνεχές του ελληνισμού. Με τη βοήθεια του Καβάφη στο τέλος θα προβούμε σε έναν γόνιμο επαναπροσδιορισμό της νεοελληνικής ταυτότητας.

Σύμφωνα με τον Δάλλα[1], βασικό γνώρισμα του καβαφικού ελληνισμού είναι ο πολιτισμικός συγκρητισμός. Η ελληνικότητα έλκει λαούς και δοξασίες δημιουργώντας πολιτισμικές επιμειξίες μέσω μιας διαλεκτικής ιδεών και πολιτισμών.

Πώς το Βυζάντιο έχει το ρόλο του σε αυτό το οικουμενικό πλαίσιο; Ο Δάλλας εντοπίζει δύο εκδοχές βυζαντινισμού: του οικουμενισμού ως πόλου έλξης , ροπής προς τα βυζαντινά πράγματα και του κρατικού οικουμενισμού και της οικουμενικής πολιτικής. Ας εξειδικεύσουμε:

Στο ποίημα “Στην Εκκλησία”[2], έχουμε έναν αφηγητή που αρχικά   βρίσκεται σε απόσταση από έναν χριστιανικό ναό. Πρόκειται για ένα Εγώ, που καθώς κινείται εισερχόμενο στο ναό, εισέρχεται στο Εμείς της Εκκλησίας. Η συμμετοχή στην ορθόδοξη λειτουργία καθιστά το αποστασιοποιημένο Εγώ μέλος ενός ευρύτερου συλλογικού υποκειμένου. Η σύμφυρση του Εγώ με το Εμείς υλοποιείται μέσω μίας εμπειρίας που θα χαρακτηριζόταν ως αισθητική – θρησκευτική – ιστορική. Το υποκειμενικό Εγώ ανατοποθετεί τον εαυτό του με την ένταξή του στο συλλογικό σώμα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δηλ. καθίσταται το ενοποιητικό στοιχείο των πολλών Εγώ. Είναι η πραγμάτωση της αναδιαπραγμάτευσης της υποκειμενικής-προσωπικής εμπειρίας σε σχέση με μία παράδοση, εδώ τη χριστιανική, μία ιστορία και μία συλλογική εμπειρία. Αυτό που λαμβάνει χώρα είναι η σύγκλιση του ιδιωτικού και του δημόσιου, του εδώ και του εκεί[3].

Η αρχιτεκτονική της Εκκλησίας κατά συνέπεια, μετουσιώνεται σε έναν οργανωτικό παράγοντα των πολλών αντιλήψεων, σε μία δομική αιτιότητα του πολλαπλού. Μαζί και ο αναγνώστης μεταμορφώνεται από παρατηρητής σε συμμετέχοντα. Η Εκκλησία και το τελετουργικό της γίνονται φορείς του ενέχειν και της συλλογικότητας. Η ενότητα που συμβολίζει είναι για τον Καβαφικό Σεφέρη, χωρίς στεγανά.

Δημιουργείται έτσι ένα οξύμωρο, ενός “μας” χωρίς στεγανά. Κατά πρώτον, φαίνεται ότι από τον Καβάφη το χριστιανικό τελετουργικό στοιχείο δε χρησιμοποιείται ειρωνικά, όπως διατεινόταν ο Άλκης Θρύλος, αλλά δείχνεται ότι το Βυζάντιο συγκινούσε τον ποιητή, καθώς ο ίδιος αναγνώριζε ότι το ανακάτεμα των πολιτισμών υπήρξε “συντελεστικόν της ζωτικότητάς” του Βυζαντινού πολιτισμού. Πρόκειται για ένα Βυζάντιο θετικά ιδωμένο σε αντίθεση με τις δυτικές αρνητικές προσεγγίσεις όπως αυτή του Γίββωνα[4].

Για την Haas[5] το συμπέρασμα του ποιήματος φωτογραφίζει μία νοσταλγική αναπόληση ενός αισθητικού και αισθησιακού ιδανικού.

Σύμφωνα με τον Χρήστο Αλεξάνδρου[6], γεγονός που ενισχύει και την άποψη της Haas περί μη ειρωνικής προσέγγισης του Βυζαντίου, ο Καβάφης μιλά για τους Γραικούς με αληθινή υπερηφάνεια. Η Εκκλησία είναι Εκκλησία των Γραικών και όχι των Ελλήνων. Αυτό δείχνει ότι ο ποιητής ταυτίζει το χριστιανισμό με τον Ελληνισμό. Σύμφωνα με την Ευαγγελία Παπαχρήστου- Λάμπρου ο Καβάφης δηλώνει το σεβασμό και την αγάπη του για την Εκκλησία, νοσταλγεί το μεγαλείο του Βυζαντίου μέσα από τις βαθιές ρίζες της ορθοδοξίας μας. Αξίζει όμως να προσεχθεί ότι ο ποιητής αναφέρεται όχι στην ένωσή του με το Θεό αλλά με την ελληνική φυλή, το παρελθόν και την ιστορία της. Σε αυτό το σημείο, ο Γραικός νοείται ως αγωγός του Βυζαντινισμού και στη συνέχεια του νεοελληνισμού του. Φορέας του εθνικού αισθήματος είναι ο Γραικός που επαναπροσδιορίζει την έννοια του ελληνικού στη βάση του φυλετισμού του. Από την οπτική του Έλληνα,  Γραικός είναι ο ελληνορθόδοξος[7]. Από μία άλλη οπτική, του Έλληνα της παροικίας, Γραικός σημαίνει την ταυτότητα του Γένους. Στη διασπορά, όπου ανήκει και ο Καβάφης, η έννοια του Γραικού  γίνεται δείκτης φυλετικής διάκρισης. Για τον Δάλλα, βίωμα και επίγνωση της Ιστορίας γίνονται ένα στην καβαφική ποίηση. Ενισχυτικό του παραπάνω είναι η θέση του ίδιου του Καβάφη ότι οι βυζαντινοί ποιητές συνεχίζουν το έργο των αρχαίων δηλώνοντας ο Καβάφης με έμφαση πως είναι και αυτός ελληνικός. Έτσι, νομιμοποιείται να θεωρεί ως κληρονομιά του ολόκληρο τον ελληνικό πολιτισμό. Οι Βυζαντινοί Αυτοκράτορες είναι οι επίσημοι εκπρόσωποι του Γένους των Γραικών με την έντονη επιθυμία τους για εξουσία. Η συνάντηση μεσαιωνικού και νεοελληνικού υλοποιείται στο Πάρθεν με τη λέξη “Ρωμανία”, δείχνοντας το νεότερο φυλετικό συναίσθημα διευρυμένο προς τη ποντιακή, καππαδοκική επικράτεια.

Aυτές τες μέρες διάβαζα δημοτικά τραγούδια,
για τ’ άθλα των κλεφτών και τους πολέμους,
πράγματα συμπαθητικά· δικά μας, Γραικικά.

Διάβαζα και τα πένθιμα για τον χαμό της Πόλης

Επικράτεια με κύριο γνώρισμα έναν εθνικό καημό που αγγίζει και τον αναγνώστη μέσω της γλώσσας:

Πώς συγκινείται ο Γραικός Ελληνικά διαβάζοντας[8]

 

Παράλληλα, το χριστιανικό στοιχείο αγγίζει τον ιστορικό ποιητή. Στο ποίημα “Μανουήλ Κομνηνός”, το τελετουργικό που περιγράφεται αναδεικνύει την κυριαρχία του αγώνα κατά των παθών και της αμαρτίας, αλλά και την επιθυμία για μετάνοια απέναντι σε αμαρτήματα. Ο Καβάφης εδώ, μακαρίζει όσους πεθαίνουν όπως ο Αυτοκράτορας, “ενδεδυμένοι” με τη χριστιανική πίστη. Αντίθετα με τη συμπεριφορά των αστρολόγων, σύμβολο της διαφθοράς και της εξαπάτησης, ο Καβάφης επαινεί τη μετάνοια του Μανουήλ Κομνηνού και την αποδέσμευσή του, έστω και προς το τέλος της ζωής του από τους βδελυρούς αστρολόγους.

Ο βασιλεύς κυρ Μανουήλ ο Κομνηνός
μια μέρα μελαγχολική του Σεπτεμβρίου
αισθάνθηκε τον θάνατο κοντά. Οι αστρολόγοι
(οι πληρωμένοι) της αυλής εφλυαρούσαν
που άλλα πολλά χρόνια θα ζήσει ακόμη.
Ενώ όμως έλεγαν αυτοί, εκείνος
παληές συνήθειες ευλαβείς θυμάται,
κι απ’ τα κελλιά των μοναχών προστάζει
ενδύματα εκκλησιαστικά να φέρουν,
και τα φορεί, κ’ ευφραίνεται που δείχνει
όψι σεμνήν ιερέως ή καλογήρου.

Ευτυχισμένοι όλοι που πιστεύουν,
και σαν τον βασιλέα κυρ Μανουήλ τελειώνουν
ντυμένοι μες στην πίστι των σεμνότατα.

 

Όπως προαναφέραμε, στην Εκκλησία η ένωση αφορά την ελληνική φυλή σε συνδυασμό με τον χριστιανικό προσανατολισμό του Καβάφη. Πχ η χριστιανική μετάνοια είναι κάτι που ο Καβάφης αποδέχεται. Σύμφωνα, με τον Μαλάνο[9], είναι αρκετό όταν μετανιώνεις, δε χρειάζεται και ο ψόγος. “Αυτή είναι η ωραιότης της χριστιανικής θρησκείας”. Κατά τον Εγγλεζάκη[10], ο Καβάφης αρνείται να μειώσει την πίστη στην ηθική. Επαινεί την επιείκεια, τη λύπη, την παραχώρηση, την καλοσύνη. Αυτά είναι που ορίζουν τη δύναμη και τη σοφία. Και αυτά μπορεί να τα πετύχει μόνο η συντετριμμένη ψυχή. Αυτό που απορρίπτει είναι ο ηθικισμός. Είναι ρεαλιστής και πραγματιστής.

Εδώ όμως αγγίζουμε και μία άλλη πτυχή. Ο πραγματισμός έχει άμεση σχέση με την πολιτική.  Στο ποίημα “Μεγάλη Συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών” στη γιορτή του Τιμίου Σταυρού, το πολιτικό στοιχείο ξεπροβάλλει με την έντονη εκδήλωση χαράς για την ήττα του Ιουλιανού.

 Εις κάθε συνοικίαν 
όπου εν θεοσεβεία ζουν οι Χριστιανοί
φέρει παρηγορίαν και χαρά:
βγαίνουν, οι ευλαβείς, στες πόρτες των σπιτιών τους
και πλήρεις αγαλλιάσεως τον προσκυνούν –
την δύναμιν, την σωτηρίαν της οικουμένης, τον Σταυρόν.- 

Είναι μια ετήσια εορτή Χριστιανική.
Μα σήμερα τελείται, ιδού, πιο επιφανώς.
Λυτρώθηκε το κράτος επί τέλους.
Ο μιαρότατος, ο αποτρόπαιος
Ιουλιανός δεν βασιλεύει πια. 

Η χαρά του Χριστιανού είναι γιατί νίκησε η χριστιανική πίστη στη βάση όμως της πολιτικής σύγκρουσης. Ο βυζαντινός συγκεντρωτισμός αγκαλιάζει τη χριστιανική πίστη και την εκκλησιαστική πολιτική.   Αυλικές δολοπλοκίες, εξορίες, μεταπολιτεύσεις, κομματικές συναλλαγές και περιπέτειες χαρακτηρίζουν το βυζαντινό πολιτικό πεδίο. Ας το δούμε πιο συγκεκριμένα.

Το πολιτικό στον Καβάφη.

Ο Ιουλιανός είναι ένα πρόσωπο που για τον Καβάφη γίνεται το μέσο για να εκφραστεί πολιτικά ο ποιητής. Σύμφωνα με τον Μιχάλη Χρυσανθόπουλο[11], η ποίηση του Καβάφη λειτουργεί πολιτικά «επειδή με πληθώρα τρόπων αναδεικνύει τη θέση ότι η κατανόηση του παρελθόντος πραγματοποιείται υποχρεωτικά μέσα από το ιστορικό πλαίσιο του παρόντος, ανάλογα με την οπτική γωνία που παρατηρεί».

Στο ποίημα «Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις» έχουμε την ενστικτώδη αντίδραση του Ιουλιανού να κάνει το σταυρό του απέναντι στο ειδωλολατρικό μυστήριο μύησης, που τον τρομάζει.

 

Πλην σαν ευρέθηκε μέσα στο σκότος,
μέσα στης γης τα φοβερά τα βάθη,
συντροφευμένος μ’ Έλληνας αθέους,
κ’ είδε με δόξαις και μεγάλα φώτα
να βγαίνουν άϋλαις μορφαίς εμπρός του,
φοβήθηκε για μια στιγμήν ο νέος,
κ’ ένα ένστικτον των ευσεβών του χρόνων
επέστρεψε, κ’ έκαμε τον σταυρό του.

Η χριστιανική του εκπαίδευση στην παιδική ηλικία είναι κομμάτι του εαυτού και εμφανίζεται αυθόρμητα απέναντι στη συνειδητή επιλογή να μυηθεί στα μυστήρια των Εθνικών. Είναι φανερή η συγκρουσιακή κατάσταση ανάμεσα σε Εθνικούς και Χριστιανούς που προσωποποιείται στον Ιουλιανό. Εκτίθεται ένας προβληματισμός για την έννοια της κυριαρχίας, της αυτοκρατορικής εξουσίας με το σύστημα της Εκκλησίας, χριστιανικής ή εθνικής, και τους υπηκόους του Κράτους. Ο Ιουλιανός  είναι  ένα υποκείμενο που βρίσκεται «στο μεταξύ». Είναι εν μέρει και εν μέρει. Εν μέρει Χριστιανός και εν μέρει Εθνικός. Αλλά μήπως δεν είναι και ταυτόχρονα ένα υποκείμενο του μήτε … μήτε; Μήτε Χριστιανός μήτε Εθνικός.

Στο ποίημα « Ο Ιουλιανός ορών ολιγωρίαν» υπάρχει μία σύγκρουση ανάμεσα στους Εθνικούς για τα χριστιανικά χούγια του Ιουλιανού που δε συνάδουν με αυτά των Εθνικών. Επομένως, είναι μία μορφή Ξένου, γιατί είναι χριστιανομαθημένος.

 Μα δεν μπορούσαν κιόλας
να παίζουν σαν κι αυτόνα (τον Χριστιανομαθημένο)
με σύστημα καινούριας εκκλησίας,
αστείον και στην σύλληψι και στην εφαρμογή.
Έλληνες ήσαν επί τέλους. Μηδέν άγαν, Αύγουστε.

 

Έχουμε έναν Ιουλιανό που βρίσκεται στα όρια, εντός και εκτός συστήματος, οργάνωσης, Εκκλησίας. Στο “ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία” δείχνεται η προσποιητική συμπεριφορά του Ιουλιανού προκειμένου να μη γίνει αντιληπτός ως εθνικός λόγω της καχυποψίας του Κωνστάντιου και του Γάλλου.

Άστοχα πράγματα και κινδυνώδη.
Οι έπαινοι για των Ελλήνων τα ιδεώδη.

Ο Ιουλιανός πηγαίνει πάλι αναγνώστης

στην εκκλησία της Νικομηδείας,
όπου μεγαλοφώνως και μετ’ ευλαβείας

πολλής τες ιερές Γραφές διαβάζει,
και την χριστιανική του ευσέβεια ο λαός θαυμάζει.

 

Με αυτόν τον τρόπο τονίζεται ο ρεαλιστικός χαρακτήρας της πολιτικής υπό την έννοια της επιβίωσης χωρίς ηρωικά λόγια και πράξεις. Στο “Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς” δηλώνεται το μίσος των Αντιοχέων έναντι του Ιουλιανού και η έντονη επιθυμία του θανάτου του. Στο “Μεγάλη Συνοδεία εξ ιερέων και λαϊκών” η χριστιανική τελετουργία φιλτράρεται από την επίσημη κρατική εξουσία και τις πολιτικές  της ζυμώσεις.

Συμπέρασμα:

Το πολιτικό υποκείμενο ανήκει και δεν ανήκει σε κάποιο από τα κυρίαρχα συστήματα. Αν παραθέσουμε συγκριτικά αυτή την άποψη του Χρυσανθόπουλου με αυτή της Haas που προαναφέραμε, φαίνεται να υπάρχει μία ελαφριά διαφωνία: Για την Haas ο Καβάφης είναι εκφραστής μιας νοσταλγίας ενός αισθητικού – αισθησιακού ιδανικού, για τον Χρυσανθόπουλο, τα ποιήματα του Ιουλιανού αναδεικνύουν έναν πολιτικό λόγο που δεν ανήκει ούτε στην παράδοση περί Κράτους ούτε στην παράδοση του αισθητισμού και της υποκειμενικότητας. Μπορούν να συμβιβαστούν οι δύο αυτές απόψεις; Αν ναι, με ποιον τρόπο; Θα απαντήσουμε, αφού αναδείξουμε τη γενική κοσμοθεωρία του Καβάφη.

Σύμφωνα με τον Λίλη[12], ο Ιουλιανός στην προσπάθειά του να επιβάλλει το εθνικό στο χριστιανικό επικρίνεται από τον Καβάφη γιατί προσπαθεί μάταια να γυρίσει τη ροή της Ιστορίας πίσω. Και αυτό είναι που τον καθιστά τραγικό πρόσωπο.

Οι συγκρούσεις, ο αγώνας για εξουσία, το μίσος, η εκδίκηση, αποδεικνύουν την τραγικότητα του ανθρώπου. Τον Καβάφη τον ενδιαφέρει η ανθρώπινη φύση και η φθαρτότητά της. Αλλά αυτή η αντιφατικότητα είναι που κάνει το Βυζάντιο και τόσο ζωντανό. Ο άνθρωπος καλείται απέναντι στην τραγικότητά του να σταθεί με αξιοπρέπεια. Να σταθεί όρθιος απέναντι στην παρακμή. Από μία πλευρά είναι η επιθυμία για εξουσία που συνοδεύει ανέκαθεν την ανθρώπινη φύση. Από την άλλη, ο αγώνας για αξιοπρέπεια, σε θεσμικό και μη-θεσμικό, καθημερινό επίπεδο.

Μαζί με τον Ιουλιανό ως σύμβολο του Βυζαντινού ανθρώπου, ο καβαφικός βυζαντινισμός καταδεικνύει το τραγικό στοιχείο της ταυτότητας του καβαφικού ελληνισμού. Πρόκειται για τη συνύπαρξη του εξευτελισμού και της φθοράς.

Η ελληνική πολιτισμική ταυτότητα αποτελείται από την ετερογένεια – αντιφατικότητα – τραγικότητα. Αισθησιακές απολαύσεις, θεϊκό σε μέθεξη με μυστικιστικές/ηδονιστικές  λατρευτικές εκδηλώσεις, λιτή και ταπεινή διαβίωση χωρίς εντυπωσιασμούς, θεοσέβεια, ευλάβεια, πίστη στην προσευχή, μετάνοια, σεμνότητα, καλαισθησία, ορίζουν το Ελληνικόν.

Ένα Ελληνικόν των παθών και των λαθών, των αναπροσαρμογών και των ρεαλιστικών στρατηγικών επιβίωσης. Ένα Ελληνικόν μιας διαλεκτικής του ατελούς. Η διαλεκτική αυτή ως κοινός παρονομαστής και της αρχαίας και της ελληνιστικής Ελλάδας,  δείχνει ακράδαντα ότι η ιστορική συνέχεια του Ελληνισμού ανάγεται στη διαλεκτική του ατελούς. Του Ενός που συν-ανα-πληρώνεται διαρκώς από το πολλαπλό. Που αποδομείται και μετασχηματίζεται από την εγγενή του συγκρουσιακή αντιφατικότητα. Η πολιτισμική διάρκεια είναι απότοκο της αφομοιωτικής ικανότητας συν των τακτικών ελιγμών επιβίωσης.

Αυτό αφορά και την καθημερινή προσπάθεια επιβίωσης του καθενός, του αφανούς ήρωα που διατηρεί την αξιοπρέπειά του. Του καθένα που έχει τη δική του προοπτική, τη δική του οπτική γωνία που σε σχέση και με την οπτική του αναγνώστη δημιουργείται ένα πρίσμα συνειδήσεων που στην αλληλεπίδρασή τους το ιστορικό δίδαγμα είναι πάντα ανοιχτό στην πολλαπλότητα των ερμηνειών[13].

O Καβάφης σήμερα.

Θα αποτολμήσουμε μία απόδειξη της επικαιρότητας της καβαφικής σκέψης μέσω ενός άλλου άξιου Έλληνα φιλοσόφου του Κώστα Αξελού και ενός αξιόλογου ιστορικού μελετητή του Toynbee.

Για τον Αξελό[14] ο Έλληνας του σήμερα, το κείμενο του έχει γραφτεί το 1954 αλλά διατηρεί την επικαιρότητά του μέχρι και σήμερα όσον αφορά τη σύγχρονη νεοελληνική ταυτότητα, εφαρμόζει τους δυτικούς κανόνες παιχνιδιού. Συμμετέχει στη δυτική-ευρωπαϊκή και άρα πλανητική σκέψη, αλλά τονίζει με έμφαση ότι συμμετέχω δε σημαίνει ότι κατέχω. Πρόκειται για μία σχέση μίμησης. Οι νεοέλληνες δεν κατασκευάζουν τον κόσμο ούτε τη χώρα τους. Το ότι συμμετέχουν στη Δύση, το ότι τρέφονται με τη δυτική σκέψη σημαίνει ότι  οι σύγχρονοι Έλληνες δέχονται καρπούς που όμως καλλιεργούνται αλλού. Η νεοελληνική συνείδηση έχει εμπλακεί σε ένα παιχνίδι εισαγωγής-εξαγωγής απ’ όπου λείπει μία στέρεη αυτόχθων βάση.

Συγκλίνουσα, μολονότι πιο ιστορική άποψη έχει ο Toynbee  που  υποστηρίζει: “Η υπεροχή της κεντρικής κυβέρνησης είναι μία από τις θεμελιακές αρχές του σύγχρονου δυτικού εθνικού κράτους.” Αυτό που έγινε στο νεοσύστατο ελληνικό κράτος ήταν η επιβολή μιας κεντρικής κυβέρνησης  “από τα πάνω”. Αυτό το συγκεντρωτικό κράτος ήταν ασυμβίβαστο με την τοπική αυτονομία που έδινε ελευθερία στους τοπικούς άρχοντες, στην οικογένεια  και στο πελατολόγιό της. Η αποξένωση αυτή από το κράτος δεν ήταν κάτι νέο για τους Έλληνες. Από τον βυζαντινό υπερσυγκεντρωτισμό έως το σύγχρονο συγκεντρωτικό κράτος, δρούσαν αυτόνομα. Αυτό ίσως είναι που διαπαιδαγώγησε τους Έλληνες στην πράξη της αντίστασης. Οι προσπάθειες του ελληνικού κράτους να επιβληθεί  ως εξουσία, αντίκειται στην ελληνική οικογένεια ως βασική κοινωνική μονάδα. Πρόκειται για τη βασική μονάδα της ελληνικής οικονομικής δραστηριότητας σε κάθε τομέα: γεωργικό, οικιακό, εμπορικό, βιομηχανικό. Η οικογενειακή αυτή δράση δημιουργεί ένα δίκτυο πατρώνων και πελατών. Η εθνική ομοιογένεια και ενότητα ήταν σε εγγενή αντιδιαστολή με την κρατική ομοιογένεια. Μία βασική διαφορά ανάμεσα στους δύο προαναφερθέντες στοχαστές είναι ότι ενώ για τον Αξελό αυτό οδηγεί τον Έλληνα σε μία πολιτική α-συνειδησία, για τον Toynbee είναι μία μορφή αντίστασης.

Για τον Αξελό το ελληνικό έχει μία έλλειψη θεμελίου. Δεν μπορεί να υπάρξει σύνολο χωρίς μία μοίρα προνοιακή. Αν για τον Αξελό το προσωπικό δεν εντάσσεται σε ένα υπερπροσωπικό πλαίσιο, για τον Toynbee, οι Έλληνες του νεοσύστατου ελληνικού κράτους αντιστέκονται σε αυτό που στοχεύει να τους επιβληθεί από έξω και από τα πάνω, που εδώ είναι το δυτικό, και άρα τελικά είναι μία πολιτική πράξη αντίστασης. Πρόκειται για ένα μεγάλο ναι στη Ζωή.

Σε αυτό το σημείο ο Καβάφης μπορεί να μπει γόνιμα στο παιχνίδι. Το πολλαπλό, στην περίπτωσή μας, το ελληνικό ως οριζόντιο δίκτυο σχέσεων που μοντελοποιείται από το Βυζάντιο σιγά-σιγά, μπορεί να πετύχει μία “αναδιαπραγμάτευση της υποκειμενικής-προσωπικής εμπειρίας σε σχέση με την παράδοση, την ιστορία, τη συλλογική εμπειρία, προκειμένου να επιτευχθεί η σύγκλιση του ιδιωτικού και του δημοσίου. Για τον Αξελό αυτό είναι δύσκολο γιατί η δυσθυμία στο νεοέλληνα δε γίνεται απαραίτητα αγωνία, αγωνία που να αποβλέπει στο οικουμενικό και να τείνει σε επικοινωνία και μία υπέρβαση. Για τον Καβάφη, η λύση θα ήταν η πίστη της χριστιανικής θρησκείας. Χωρίς μία αναγωγή της πίστης στην ηθική, καθοδηγητικές αρχές μπορούν να είναι η παραχώρηση, η καλοσύνη, η επιείκεια, η λύπη, η μετάνοια. Αυτά για τον Καβάφη μπορεί να τα επιτύχει μόνο η συντετριμμένη ψυχή. Αυτή μπορεί να νιώσει την αγωνία του Αξελού. Ο ενωτικός παράγοντας μπορεί να είναι το βίωμα μιας γνήσιας αγωνίας που μετατρέπει το υποκείμενο σε μέλος ενός ευρύτερου συνόλου. Η πράξη σε αυτό το πλαίσιο θα χαρακτηρίζεται από την ανοιχτότητα του πολλαπλού.

Η ανοιχτότητα καθίσταται αναγκαίο κομμάτι επιβίωσης ενός λαού, ενός πολιτισμού. Εδώ έγκειται ο καβαφικός ρεαλισμός, πραγματισμός. Κανένας κλειστός πολιτισμός δεν επιβίωσε. Η Βυζαντινή Αυτοκρατορία κατέρρευσε πρωτίστως γιατί δεν ανοίχτηκε οικονομικά. Περίμεναν τους μη-Έλληνες εμπόρους – Αρμένιους, Μουσουλμάνους, Ρώσους, Δυτικούς – να τους επισκεφτούν, με συνέπεια ακόμα και τα εσωτερικά οικονομικά του Βυζαντίου να περάσουν  σε ξένους επιχειρηματίες[15].

Σύμφωνα, με τον Φέργκιουσον, στο “Πολιτισμός” , έξι δυτικά στοιχεία φαίνεται να ενδυναμώνουν έναν πολιτισμό:

  1. Ο ανταγωνισμός. Στο Έλληνα μπορεί να καταστεί βάση για εφευρετικότητα και έμπνευση σε σχέση με
  2.  ένα Κράτος Δικαίου βασισμένο στα δικαιώματα ατομικής ιδιοκτησίας και την δημοκρατική εκπροσώπευση των ιδιοκτητών της στα αιρετά δημοκρατικά σώματα.
  3. -4.  Η επιστήμη – ιατρική. Χαρακτηριστικές περιπτώσεις, οι Έλληνες που αναγκάζονται να ξενιτευτούν και να διαπρέψουν έξω, λόγω πιο γόνιμων συνθηκών.
    1. Η καταναλωτική κοινωνία ως παράγων τεχνολογικής καινοτομίας ενίσχυσης της παραγωγικότητας.
    2. Η εργασιακή ηθική με την έννοια ότι αυτό που χρειάζεται σήμερα είναι ο επανασυσχετισμός της έντασης της εργασίας με την αποταμίευση και άρα την αναβίωση χριστιανικών αρχών όπως της εγκράτειας και της εμπιστοσύνης.

Από τα παραπάνω, διαπιστώνεται πως το στοιχείο της ταυτότητας του καβαφικού ελληνισμού που εντοπίστηκε ως “μήτε-μήτε” ή “και-και” είναι κάτι περισσότερο από ζωτικό στοιχείο της σημερινής ελληνικής μοίρας. Ο κακός δρόμος είναι να κυνηγούμε σήμερα το στεγανό μίας ά-πορης ταυτότητας, την ταυτότητα ενός ολοκληρωτικού λόγου, ενός δογματικού εθνικού ναρκισσισμού. Ο τελευταίος νομοτελειακά μετασχηματίζεται σε εθνικό απομονωτισμό.

Η ελληνική συνείδηση οφείλει να αφομοιώνει. Οφείλει να αφομοιώνει δημιουργικά το ξένο, το άλλο, το διαφορετικό. Οφείλει η ίδια να κατασκευάσει τον κόσμο στη βάση της μοίρας της οποίας θα αποφασίσει ότι είναι φορέας. Η έμφαση δε δίνεται τόσο στη σαφή οριοθέτηση της ταυτότητας αλλά στη διαρκή ανατροφοδότησή της. Η ζωτικότητά της έγκειται στον ανοιχτό και  δυναμικό της χαρακτήρα.

Ευχαριστούμε

Ποιήματα του Καβάφη που χρησιμοποιήθηκαν για την εισήγηση:

Στην Εκκλησία

Πάρθεν

Μανουήλ Κομνηνός

Μεγάλη Συνοδεία εξ Ιερέων και Λαϊκών

Ο Ιουλιανός εν τοις Μυστηρίοις

Ο Ιουλιανός ορών ολιγωρίαν

Ο Ιουλιανός εν Νικομηδεία

Ο Ιουλιανός και οι Αντιοχείς

Ελληνική και Ξένη Βιβλιογραφία

  1. Αξελός Γιώργος, Η μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας, Νεφέλη, 2010
  2. Αθανασοπούλου Αφροδίτη, “Ο Πολιτικός Σεφέρης και ο Ιστορικός Καβάφης. Παράλληλοι;”
    1. Αλεξάνδρου Χρήστος, “Το Εκκλησιαστικό Φρόνημα στον Καβάφη”, περ. Άρδην, τ. 48
      1. Αρτέμη Α., “Υπάρχει λοιπόν και ο άγνωστος Βυζαντινός Καβάφης;”
      2. Δάλλας Γιάννης, Ο Ελληνισμός και η Θεολογία στον Καβάφη, Στιγμή, 1986
      3. Λίλης Ιωάννης, “Εις τα Περίχωρα της Αντιοχείας” : το τελευταίο ποίημα του Κ. Καβάφη”.
        1. Πέτκου Έφη, “Οι καβαφικές τελετουργίες και η πολιτισμική ταυτότητα του ελληνισμού”
        2. Γ.Π. Σαββίδης, “Cavafy, Gibbon and Byzantium”, Μικρά Καβαφικά Α, Ερμής, 1983, σ. 93-99
        3. Χαλάτσης Γιώργος, “Η διαρκής αναζήτηση της ελληνικής ταυτότητας στα έργα του Κωνσταντίνου Καβάφη και Δημήτρη Δημητριάδη”
        4. Χρυσανθόπουλος Μιχάλης, “Προσλαμβάνοντας τον πολιτικό Καβάφη”.
        5.  Ferguson Niall, Πολιτισμός, Παπαδόπουλος, 2012

12. Haas Diana, “Στον ένδοξό μας βυζαντινισμό”: σημειώσεις για ένα στίχο του Καβάφη, Διαβάζω, 78, (1983) 76-81

13. Shannan Robert Peckham, Cavafy and the Poetics of Space.

14. Toynbee J. Arnold, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, Καρδαμίτσα, 2011


  1. [1]     Δάλλας Γιάννης, Ο Ελληνισμός και η Θεολογία στον Καβάφη, Στιγμή, 1986

[2]             Τὴν ἐκκλησίαν ἀγαπ, τὰ ἑξαπτέρυγά της
τὰ ἀσήμια τῶν σκευῶν, τὰ κηροπήγια της,
τὰ φῶτα, τὶς εἰκόνες της, τὸν ἄμβωνά της.

                Ἐκεῖ σὰν μπῶ, μὲς σὲ ἐκκλησία τῶν Γραικῶν,
μὲ τῶν θυμιαμάτων της τὶς εὐωδίες,
μὲ τὶς λειτουργικὲς φωνὲς καὶ συμφωνίες,
τὶς μεγαλοπρεπεῖς τῶν ἱερέων παρουσίες
καὶ κάθε των κινήσεως τὸν σοβαρὸ ρυθμό,
λαμπρότατοι μεσ᾿ τῶν ἀμφίων τὸν στολισμό,
ὁ νοῦς μου πηγαίνει σὲ τιμὲς μεγάλες τῆς φυλῆς μας,
στὸν ἔνδοξό μας Βυζαντινισμό.

[3]             Shannan Robert Peckham, Cavafy and the Poetics of Space

  1. [4]     Γ.Π. Σαββίδης, “Cavafy, Gibbon and Byzantium”, Μικρά Καβαφικά Α, Ερμής, 1983, σ. 93-99
  2. [5]     Haas Diana, “Στον ένδοξό μας βυζαντινισμό”: σημειώσεις για ένα στίχο του Καβάφη, Διαβάζω, 78, (1983) 76-81
  3. [6]     Αλεξάνδρου Χρήστος, “Το Εκκλησιαστικό Φρόνημα στον Καβάφη”, περ. Άρδην, τ. 48
    1. [7]     Δάλλας Γιάννης, Ο Ελληνισμός και η Θεολογία στον Καβάφη, 63

[8]    ο.π.π. σελ. 67

[9]          Βλ. Τίμου Μαλάνου, Ο Καβάφης 3, Αθήνα 1978, σελ. 57.

[10]         Βενέδικτου Εγγλεζάκη, ό.π., σελ. 187.

  1. [11]  Χρυσανθόπουλος Μιχάλης, “Προσλαμβάνοντας τον πολιτικό Καβάφη”.
  2. [12] Λίλης Ιωάννης, “Εις τα Περίχωρα της Αντιοχείας” : το τελευταίο ποίημα του Κ. Καβάφη”.
  3. [13]  Αθανασοπούλου Αφροδίτη, “Ο Πολιτικός Σεφέρης και ο Ιστορικός Καβάφης. Παράλληλοι;”
  4. [14] Αξελός Γιώργος, Η μοίρα της Σύγχρονης Ελλάδας, Νεφέλη, 2010

[15]  Toynbee J. Arnold, Οι Έλληνες και οι κληρονομιές τους, σελ. 127

http://www.livemedia.gr/album/774#listed_photos

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Φιλοσοφία and tagged . Bookmark the permalink.

One Response to Συνέδριο/ Καβάφης

  1. Ο/Η heroicodesembarazo λέει:

    Ένα μεγάλο ΜΠΡΑΒΟ στα παιδιά.
    Άντε και του χρόνου … Σεφέρης.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s