Αμφιτρύωνας του Μολιέρου – Lacan

Κέντρο Ψυχαναλυτικών Ερευνών της Αθήνας

Με την ευκαιρία της εφετινής παράστασης του Αμφιτρύωνα του Μολιέρου από το Εθνικό Θέατρο, σε σκηνοθεσία Λευτέρη Βογιατζή, παραθέτουμε ένα χαρακτηριστικό απόσπασμα από το δεύτερο σεμινάριο, όπου ο Λακάν αξιοποιεί την persona του Σωσία για να αναδείξει τον φαντασιακό διχασμό του εγώ (πρβλ. τον άξονα α-α΄ του Σχήματος L). Το κείμενο αυτό μεταφράστηκε για να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα της παράστασης (πρεμιέρα το Σάββατο 4 Αυγούστου 2012 στο θέατρο της Επιδαύρου, επόμενη παράσταση την επόμενη Πέμπτη στο Ηρώδειο). Περιλαμβάνεται στο Jacques Lacan, Le Séminaire. Livre II. Le moi dans la théorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse (1954-1955), μεταγραφή κειμένου Jacques-Alain Miller, εκδ. Seuil, Παρίσι 1978, σ. 306-310 και 313.

Ζακ Λακάν: «Σωσίας, το διχασμένο εγώ»

Ο Σωσίας είναι το εγώ. Και ο μύθος σάς δείχνει πώς συμπεριφέρεται το λεβέντικο εγώ των ανθρωπάκων σαν εσάς κι εμένα στην καθημερινή ζωή, ποια μερίδα τού αναλογεί στο συμπόσιο των θεών – μια μερίδα πολύ ιδιόμορφη, αφού το εγώ είναι πάντα λίγο κουτσουρεμένο στην απόλαυσή του. Η ακαταμάχητα κωμική πλευρά που υπάρχει στη βάση όλων αυτών δεν έπαψε να τροφοδοτεί το θέατρο – τελικά, το θέμα είναι πάντα εγώ, εσύ και ο άλλος.

Ε λοιπόν, πώς συμπεριφέρεται το εν λόγω εγώ; Την πρώτη φορά που το εγώ ξεπροβάλλει στο έργο, συναντάει τον εαυτό του στην πόρτα με τη μορφή που θα μείνει στην αιωνιότητα, του Σωσία, του άλλου εγώ.

Θα σας διαβάσω μερικά κομμάτια, γιατί πρέπει να το συλλάβετε και ακουστικά. Την πρώτη φορά που εμφανίζεται το εγώ, συναντάει εγώ, εμένα. Ποιον εμένα;  Εγώ, εμένα, που σε πετάω έξω. Αυτό ακριβώς είναι το θέμα και, ως προς αυτό, η κωμωδία του Αμφιτρύωνα είναι πραγματικά υποδειγματική. Αν σκαλίσετε λίγο εδώ κι εκεί, αν μελετήσετε το ύφος του και τη γλώσσα, θα αντιληφθείτε ότι εκείνοι που εισήγαγαν το βασικό πρόσωπο του Σωσία ήξεραν για ποιο θέμα επρόκειτο.

Στον Πλαύτο, όπου για πρώτη φορά ανεβαίνει στη σκηνή το πρόσωπο του Σωσία, το πράγμα εκτυλίσσεται σαν ένας διάλογος μέσα στη νύχτα, που διαβάζοντας το κείμενο μπορείτε να εκτιμήσετε τον συναρπαστικό του χαρακτήρα, καθώς και, χρησιμοποιώντας τη λέξη εντός εισαγωγικών, τον συμβολικό.

Τα πρόσωπα του διαλόγου παίζουν σύμφωνα με την παράδοση του a parte, την οποία κακοποιούν συχνά στο παίξιμό τους οι ηθοποιοί – δύο πρόσωπα, που είναι μαζί επί σκηνής, εκφέρουν φράσεις που η καθεμία αξιολογείται με το να λειτουργεί σαν ηχώ ή σαν παρανόηση, πράγμα που είναι το ίδιο, των φράσεων που εκφέρει το άλλο πρόσωπο ανεξάρτητα. Το a parte είναι ουσιαστικό στοιχείο στην κλασική [ευρωπαϊκή] κωμωδία.

Είναι κάτι που δεν γινόταν να μην το αναλογιστώ τις προάλλες που παρακολούθησα κινεζικό θέατρο, όπου το στοιχείο που προάγεται σε ύψιστο βαθμό έγκειται στη χειρονομία. Αυτοί οι άνθρωποι μιλάνε κινέζικα, και δεν παύει να είστε εξίσου συνεπαρμένοι από όλα όσα σας δείχνουν. Για περισσότερο από ένα τέταρτο της ώρας –έχει κανείς την εντύπωση ότι κρατάει ώρες–, δύο πρόσωπα μετακινούνται πάνω στην ίδια σκηνή δίνοντάς σας πραγματικά την αίσθηση ότι βρίσκονται σε δύο διαφορετικούς χώρους. Με επιδεξιότητα ακροβατική, περνούν κυριολεκτικά το ένα μέσα από το άλλο. Αυτά τα πλάσματα αλληλοαγγίζονται κάθε στιγμή με μια χειρονομία που δεν γίνεται να μην πετύχει τον αντίπαλο, κι εντούτοις τον αποφεύγει, γιατί εκείνος είναι ήδη αλλού. Αυτή η πραγματικά καταπληκτική επίδειξη υποβάλλει τον αντικατοπτρισιακό   χαρακτήρα του χώρου, αλλά και σας μεταφέρει σε εκείνο το χαρακτηριστικό του συμβολικού επιπέδου, ότι δεν υπάρχει ποτέ συνάντηση που να αποτελεί σύγκρουση.

Κάτι ανάλογο δημιουργείται και στο έργο, και ειδικά την πρώτη φορά που παρεμβαίνει ο Σωσίας στην κλασική σκηνή.

Ο Σωσίας καταφθάνει και συναντά τον Σωσία.

– Τις ει;

– Εγώ.

– Τι; Ποιος εγώ;

– Εγώ. Μη σε τρομάζει, Σωσία, λέει στον εαυτό του, αφού εκείνος φυσικά είναι ο αληθινός Σωσίας, και γι’ αυτό είναι ανήσυχος.

– Για λέγε μας τι είσαι λοιπόν;

– Άνθρωπος και μιλάω. Να κάποιος που δεν ερχόταν στα σεμινάρια, αλλά φέρει το σήμα κατατεθέν τους.

– Αφεντικό για δούλος, τι;

– Ό,τι μου κάνει κέφι. Αυτό είναι απευθείας δάνειο από τον Πλαύτο,  και είναι ένας πολύ ωραίος ορισμός του εγώ. Η θεμελιακή στάση του εγώ απέναντι στο είδωλό του είναι όντως αυτή η άμεση αντιστρεψιμότητα της θέσης του κυρίου και του δούλου.

– Και για πού το ’βαλες σκοπό;

– Για κει που ’ναι να πάω…

Και έχει και συνέχεια –

– Α! Δε μ’ αρέσει διόλου αυτό.

– Εμένανε με θρέφει, λέει ο ανόητος, ο οποίος περιμένει φυσικά να τις αρπάξει και κορδώνεται κιόλας.

[…]

Ας μελετήσουμε τώρα, ακολουθώντας την παράδοση της [ψυχαναλυτικής] πρακτικής που επικρίνουμε, τα πρόσωπα του έργου σαν να ενσαρκώνουν κάποια πρόσωπα του εσωτερικού κόσμου.

Στο έργο του Μολιέρου, ο Σωσίας είναι πολύ προβεβλημένο πρόσωπο, θα έλεγα μάλιστα ότι αυτός είναι το θέμα, αυτός είναι που ανοίγει τη σκηνή, αμέσως μετά τον διάλογο του Ερμή που προετοιμάζει τη νύχτα του Δία. Καταφθάνει το λεβεντόπαιδο, ο Σωσίας, με τη νίκη του κυρίου του. Ακουμπάει το φανάρι, λέει – Και το φανάρι είν’ η Αλκμήνη, και αρχίζει να της εξιστορεί τα κατορθώματα του Αμφιτρύωνα. Είναι ο άνθρωπος που φαντάζεται ότι το αντικείμενο της επιθυμίας του, η γαλήνη της απόλαυσής του, εξαρτάται από τα προσόντα του. Είναι ο άνθρωπος του υπερεγώ, εκείνος που θέλει αιωνίως να συναγωνίζεται τα ιδανικά του πατέρα, του κυρίου, και που φαντάζεται ότι έτσι θα φτάσει το αντικείμενο της επιθυμίας του.

Ο Σωσίας όμως δεν θα κατορθώσει ποτέ να τον ακούσει η Αλκμήνη, διότι η μοίρα του εγώ, από την ίδια του τη φύση, είναι να βρίσκει πάντα απέναντί του την αντανάκλασή του, που του αποστερεί όλα όσα θέλει να πετύχει. Αυτού του είδους η  σκιά, που είναι συνάμα αντίζηλος, αφέντης και δούλος κατά περίπτωση, διαχωρίζει το εγώ από ό,τι είναι ουσιαστικά το ζητούμενο, δηλαδή από την αναγνώριση της επιθυμίας.

Το λατινικό κείμενο έχει μερικές καταπληκτικές φράσεις γύρω απ’ αυτό, καθώς εξελίσσεται ο αμίμητος εκείνος διάλογος όπου ο Ερμής, ξυλοφορτώνοντας τον Σωσία, τον εξαναγκάζει να αποποιηθεί την ταυτότητά του, να απαρνηθεί το ίδιο του το όνομα. Και όπως ο Γαλιλαίος λέει – Κι όμως, η γη κινείται!, έτσι και ο Σωσίας λέει και ξαναλέει – Κι όμως, εγώ είμαι ο Σωσίας, και υπάρχει η εξής θαυμάσια φράση – Και μα τον Πολυδεύκη, tu me alienabis numquam, δεν θα με κάνεις ποτέ αλλότριο, quin noster siem, εμένα που είμαι δικός μας.  Το λατινικό κείμενο δείχνει τέλεια την αλλοτρίωση του εγώ και τη στήριξη που βρίσκει στο εμείς, στο ότι ανήκει στην τάξη στην οποία ο κύριός του είναι μέγας στρατηγός.

Καταφθάνει ο Αμφιτρύωνας, ο πραγματικός κύριος, ο υπεύθυνος για τον Σωσία, εκείνος που θα αποκαταστήσει την τάξη. Το αξιοσημείωτο είναι ακριβώς ότι ο Αμφιτρύωνας θα βρεθεί κι αυτός ξεγελασμένος, κι αυτός εξαπατημένος όπως ο Σωσίας ο ίδιος. Δεν καταλαβαίνει τίποτε απ’ όσα του αφηγείται ο Σωσίας, δηλαδή ότι συνάντησε έναν άλλο εγώ.

– Θε μου, με πόση υπομονή πρέπει να εξοπλιστώ;

Εν τέλει μπήκες σπίτι μας, λέγε μου, που να πάρει!

– Να μπω! Ένας λόγος. Πώς να μπω στο σπίτι το κλειστό; …

– Πώς δηλαδή;

– Μ’ ένα στειλιάρι.

Πονάω ακόμα δυνατά, με κάνανε παστό.

……..

– Ποιος;

– Εγώ.

– Πώς, δάρθηκες μονάχος;

– Ναι, όχι απ’ τον εγώ μου εδώ, τον άλλο πού ’ναι βράχος,

Αυτόν απάνω, που βαράει σαν τον εξαποδώ.

… Δείγματα της ανδρείας του φρόντισε να μ’ αφήσει:

Αυτός ο εγώ μου ο σατανάς με τρόπο μ’ έγδαρε λεπτό.

……..

– Κάθαρμα, ποιος σ’ εμπόδισε; Λέγε άλλο δε βαστώ.

– Χίλιες φορές θα σας το πω; Πώς πια να σας μιλήσω;

Εγώ σας είπα, αυτός ο εγώ, με χέρι δυνατό,

Ο εγώ που εμένα διαφεντεύει

Με δέκα χέρια που βαράνε.

Κι έτσι ο Αμφιτρύωνας σπάει στο ξύλο τον δύστυχο Σωσία. Με άλλα λόγια, του αναλύει την αρνητική του μεταβίβαση. Του μαθαίνει τι πρέπει να είναι ένα εγώ. Τον κάνει να ξανασυμπεριλάβει στο εγώ του τις εγωτικές του ιδιότητες.

Πικάντικες και απερίγραπτες σκηνές. Θα μπορούσα να πολλαπλασιάσω τα παραθέματα, που φανερώνουν πάντα την ίδια αντίφαση στο υποκείμενο ανάμεσα στο συμβολικό επίπεδο και στο πραγματικό επίπεδο. Ο Σωσίας όντως αρχίζει να αμφιβάλλει για το εγώ του, όταν ο Ερμής τού λέει κάτι πολύ ιδιαίτερο – τι έκανε τη στιγμή που δεν τον έβλεπε κανείς. Ο Σωσίας, κατάπληκτος με όσα του αποκαλύπτει ο Ερμής για την ίδια του τη συμπεριφορά, αρχίζει τότε να ενδίδει κάπως.

– Όμως αρχίζω ν’ αμφιβάλλω για τον εαυτό μου, κοίτα κει!

Είναι εξίσου αξιοσημείωτο στο λατινικό κείμενο.

– Εγώ είμαι αυτός ολόφτυστος, ο ίδιος, όπως τόσες φορές μες στον καθρέφτη, in speculum, τ’ ομοίωμά μου αντίκρισα.

Και απαριθμεί τα συμβολικά, ιστορικά χαρακτηριστικά της ταυτότητάς του, όπως και στον Μολιέρο. Η αντίφαση όμως ξεσπάει, η οποία είναι πάλι στο φαντασιακό επίπεδο – equidem certo idem sum qui semper fui, μα ήμουν πάντα αυτό που είμαι και τώρα.  Και τότε, επίκληση στα φαντασιακά στοιχεία οικειότητας με τους θεούς. Κι όμως, αυτό το σπίτι το έχω ξαναδεί, είναι οπωσδήποτε το ίδιο – προσφυγή στη διαισθητική βεβαιότητα, που είναι ωστόσο επιδεκτική απορρυθμίσεων. Το ήδη-ιδωμένο [déjà-vu], το ήδη-αναγνωρισμένο, το ήδη-βιωμένο, έρχονται πολλές φορές σε σύγκρουση με τις βεβαιότητες που αντλεί κανείς από τη μνημική ανάκληση και από την ιστορία. Ορισμένοι θεωρούν τα φαινόμενα της αποπροσωποποίησης ως πρόδρομα σημεία αποδιοργάνωσης, ενώ δεν είναι καθόλου απαραίτητο να έχει κανείς προδιάθεση για ψύχωση ώστε να βιώνει κάθε τόσο παρόμοια συναισθήματα, που το έναυσμά τους βρίσκεται στη σχέση του συμβολικού με το φαντασιακό.

Τη στιγμή που ο Σωσίας δηλώνει την απόγνωσή του, την αποστέρησή του, ο Αμφιτρύωνας τού κάνει μια υποστηρικτική ψυχοθεραπεία. Ας μην πούμε ότι ο Αμφιτρύωνας είναι στη θέση του ψυχαναλυτή. Ας αρκεστούμε να πούμε ότι μπορεί να τη συμβολίζει, στο μέτρο που ο ψυχαναλυτής, σε σχέση με το αντικείμενό του –εφόσον το αντικείμενο της αγάπης του, η μακρινή του πριγκίπισσα, είναι η ψυχανάλυση–, κατέχει, για να το πούμε ευγενικά, την εξόριστη θέση του Αμφιτρύωνα μπροστά στην ίδια του την πόρτα. Το θύμα, όμως, αυτού του πνευματικού κερατώματος, είναι ο ασθενής.

[…]

Με άλλα λόγια, αυτό που έχει να μάθει ο Σωσίας, δεν είναι ότι δεν συνάντησε ποτέ τον σωσία του – η αλήθεια είναι ότι τον συνάντησε. Έχει να μάθει ότι είναι ο Αμφιτρύωνας, ο γεμάτος δόξα κύριος που δεν καταλαβαίνει απολύτως τίποτε, τίποτε για το πώς επιθυμούμε, που πιστεύει ότι αρκεί να είναι ένας νικηφόρος στρατηγός για να κάνει έρωτα με τη γυναίκα του. Αυτός ο θεμελιακά αλλοτριωμένος κύριος που δεν συναντά ποτέ το αντικείμενο των επιθυμιών του, πρέπει να αντιληφθεί γιατί επιμένει τόσο θεμελιακά στο εγώ και πώς ετούτο το εγώ συνιστά τη βασική του αλλοτρίωση. Πρέπει να αντιληφθεί τη βαθύτατη εκείνη διδυμία, που είναι κι αυτή μία από τις ουσιαστικές προοπτικές του Αμφιτρύωνα, και μάλιστα σε δύο επίπεδα – ένα με τους σωσίες που αλληλοκαθρεφτίζονται κι ένα με τους θεούς. Από έναν διπλό έρωτα, η Αλκμήνη γεννάει διπλό καρπό. Η Αλκμήνη είναι πολύ πιο παρούσα στον Πλαύτο – αποκτήσαμε στο πέρασμα του χρόνου μια ντροπή που μας εμποδίζει να εμβαθύνουμε στα πράγματα.

Με αυτή την αναφορά στη δραματουργία, ή και στο ψυχόδραμα, που συνιστά, τουλάχιστον για μας, ο μύθος του Αμφιτρύωνα, θέλησα σήμερα να σας ευαισθητοποιήσω σχετικά με το πόσο έντονα εγγράφονται οι δικοί μας ζωντανοί προβληματισμοί στο πλαίσιο της παραδοσιακής σκέψης.

Επιμέλεια μετάφρασης: Βλάσης Σκολίδης

Περιλαμβάνεται στο Jacques Lacan, Le Séminaire. Livre II. Le moi dans la théorie de Freud et dans la technique de la psychanalyse (1954-1955), μεταγραφή κειμένου Jacques-Alain Miller, εκδ. Seuil, Παρίσι 1978, σ. 306-310 και 313.

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Λακάν, Ψυχανάλυση. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s