Μπαντιουικό κολλάζ (που απαντά σε προσωπικούς προβληματισμούς)

Όλα από waltendegewalt.wordpress.com

Μπορεί να υπάρξει μια μη-φαντασματική επαναστατική επιθυμία; Πώς μπορεί ένα αληθινό, ζωντανό παρόν να αποφύγει να χαθεί και να σβήσει μέσα στις εικόνες; Μπορεί και πώς να προφυλαχτεί από τις εικόνες — έστω κι αν ακόμα αφομοιωθεί στην πιο θεσπέσια μορφή, την ποιητική εικόνα;

Μπορεί άραγε η επαναστατική εξέγερση να συλλάβει ό,τι δεν έχει εικόνα;

(από το μπαλκόνι Ι )

Πιστεύω ότι προαπαιτούμενο για την υπέρβαση τού μηδενισμού δεν είναι η κατανόηση τής δομής του, αλλά η αποκωδικοποίηση των ιδεατών του αναπαραστάσεων. Η κατανόηση και η αποδοκιμασία τής οικονομικής φρίκης, τής παγκοσμιοποίησης, τού συστήματος τής γενικευμένης αλλοτρίωσης, κ.λπ. είναι αναγκαίες, αλλά όχι επαρκείς προϋποθέσεις για τη γνώση τής υπάρχουσας πραγματικότητας, στο μέτρο που αδυνατούν να προσφέρουν το κλειδί για την αποκρυπτογράφηση τής διαδικασίας υποκειμενοποίησης που εξασφαλίζει τη συναίνεση και ανοχή προς την καθεστηκυία τάξη πραγμάτων. Αρκεί να σκεφτούμε ότι οι θιασώτες τής τάξης δεν είναι πλέον ανάγκη να εκφράζονται δημόσια υπέρ τού καπιταλιστικού συστήματος. Πράγματι, σήμερα κάθε δράση που τείνει να συνεισφέρει στη διαφύλαξη του συστήματος αναλαμβάνεται εν ονόματι τής «δημοκρατίας» και όχι εν ονόματι τού καπιταλισμού.

Εάν επιθυμούμε την απεμπλοκή μας από το κυρίαρχο δημοκρατικό έμβλημα, τότε το εγχείρημά μας θα έχει αναγκαστικά χαρακτήρα αριστοκρατικό. Θα προσέθετα, μάλιστα, πως ο απαιτούμενος προς τούτο νοητικός προσανατολισμός θα χαρακτηρίζεται από ένα οξύμωρο σχήμα. Θα πρόκειται δηλαδή για έναν «προλεταριακό αριστοκρατισμό», όπου ο όρος «αριστοκρατισμός» παραπέμπει στη διαπίστωση ότι φορείς των αληθειών ή των εξαιρέσεων είναι ουσιαστικά οι μειοψηφίες (και, ως προς τούτο, οι απόψεις μου συγκλίνουν με εκείνες των Ντελέζ και Γκαταρί), ενώ ο επιθετικός προσδιορισμός «προλεταριακός» στο ότι η ουσία των εν λόγω εξαιρέσεων εντοπίζεται στην παραγωγή έργου και ότι το παραγόμενο αυτό έργο έχει καθολικό προορισμό.

Αλλά πώς θα αναγνωρίσουμε τα έργα αυτά, που ανατρέπουν τις εικόνες τού παρόντος και που αποτελούν τις ρωγμές που αφήνει στην επιφάνεια τής δομής το πραγματικό;

«Θα έπρεπε, λοιπόν, κατά το πρότυπο τής μεγάλης διαλεκτικής παράδοσης, να εντείνουμε την ψυχαναλυτική μας παρέμβαση, ώστε να ξαναπιάσουμε το νήμα των θεμελιωδών συζητήσεων γύρω από τη δικαιοσύνη και το θάρρος; (Λακάν)

«Μόνο στη διάσταση τού είναι, και όχι σε αυτή τής [καθημερινής] πραγματικότητας, μπορούν να βρουν έκφραση τα τρία θεμελιώδη πάθη [η αγάπη, το μίσος και η άγνοια]». Να σημειωθεί ότι ο χαρακτηρισμός τής άγνοιας ως μια από τις θεμελιώδεις διαστάσεις τής σύγχρονης εμπειρίας, και όχι ως έλλειψης, αποτελεί μια ιδιοφυή σύλληψη. Και πιο κάτω συνεχίζει: «Για τους αφελείς, για όσους πιστεύουν ανεπιφύλακτα πως είναι εντός πραγματικότητας, για όσους δεν έμαθαν ποτέ τι σημαίνει διαλεκτική, το είναι είναι ολοκληρωτικά απόν. […] Αυτή η ανακάλυψη τού λόγου [δηλ. η δύναμη τού διαλέγεσθαι περί δικαιοσύνης και θάρρους, από την οποία εξαρτάται η θεραπεία, η ικανότητα εξέτασης των θεμελιωδών ερωτημάτων αναφορικά με την ύπαρξη—ίδε ανωτ.] συνιστά την πραγμάτωση τού είναι». Τι νόημα μπορεί να έχει σήμερα η παραίνεση ότι η αγάπη οφείλει να υπερισχύει τού μίσους και τής άγνοιας; Ας μου συγχωρεθούν οι όποιες χριστιανικές συμπαραδηλώσεις τής διατύπωσης αυτής. Κάνοντας λόγο για «αγάπη», εννοώ την υπερίσχυση τού Δύο, την τήρηση μιας απόστασης, τη δημιουργία ενός περιθωρίου.

( από το μπαλκόνι ΙΙ )

Βεβαίως, δεν θα επέλθει από μόνη της μια τέτοιου είδους αναστολή τού καθεστώτος αντιπροσώπευσης που χαρακτηρίζει εγγενώς κάθε κατάσταση. Ομοίως, η παρεμβατική επιλογή δεν είναι αποτελεσματική, παρά μόνο αν αμφισβητείται το καθεστώς τού ενός. Και αυτό γιατί ο όρος που επιλέγεται από τον παρεμβαίνοντα αναπαριστά το κενό μόνον από τη σκοπιά τού συμβάντος (τ.έ από τη σκοπιά τής κατονομασίας ενός παράδοξου πολλαπλού). Το συγκεκριμένο όνομα — το οποίο ακολούθως διακινείται σύμφωνα με τις συνέπειες που επιβάλλει η παρεμβαίνουσα απόφαση διά τής οποίας αυτό εγγράφεται εντός τής κατάστασης — δεν παραπέμπει ποτέ σε έναν όρο τής κατάστασης, αλλά πάντοτε και μόνο στο συμβάν. Θα μπορούσαμε επίσης να πούμε ότι, σε αντίθεση με τον νόμο τής καταμέτρησης, το συμβαντικό ένα που συστήνεται από την παρέμβαση εμφανίζεται ως αυτό-που-δεν-είναι-ένα. Κι αυτό γιατί το επιλεχθέν έκνομο και υπεράριθμο όνομα — το οποίο, όπως είδαμε, απορρέει από το κενό — θα υπακούει στην αρχή τής ύπαρξης τού ενός, μόνον εφόσον παραμένει απόν. Από τη στιγμή που λάβει ένα όνομα (για παράδειγμα, e_{x} ), το συμβάν είναι το ίδιο με αυτό που δηλώνεται από το όνομά του· καθ’ όσον, όμως, το όνομά του συνιστά εικόνα χωρίς απεικόνιση, το συμβάν παραμένει ανώνυμο και επισφαλές. Η υπέρβαση τού ενός υπολείπεται επίσης τής μονάδας. Το συμβάν που μέσω τής ισχύος και τής αποτελεσματικότητας τής παρέμβασης προσδένεται στο παρουσιαζόμενο-είναι δεν παύει, ωστόσο, να συρράπτεται στον απόντα όρο. Κι αυτό γιατί το Δύο συνιστά την ουσία τού υπεράριθμου. Εξεταζόμενο από τη σκοπιά τής κατάστασης ή τής θέσης του — και όχι ως προς το πολλαπλό του είναι — το συμβάν αποτελεί μεσοδιάστημα μάλλον παρά όρο: δυνάμει τής αναδρομικής ισχύος τής παρέμβασης εγκαθίσταται μεταξύ τής γειτνιάζουσας με τον τόπο ανωνυμίας τού κενού και τού πλεονασμού ενός ονόματος. Επιπροσθέτως, το μαθήμιο τού συμβάντος αποτυπώνει το πρωταρχικό αυτό σχίσμα, δεδομένου ότι, εν προκειμένω, ο προσδιορισμός τής ενικής σύνθεσης τού συμβάντος θεμελιώνεται στη βάση τής διάκρισης μεταξύ τού ιδίου και των απεικονισμένων στοιχείων τού τόπου — εκ των οποίων, άλλωστε, επιλέγεται το συμβαντικό όνομα.

Το συμβάν είναι υπεράριθμο όχι μόνο διότι παρεμβάλλεται ανάμεσα στον εαυτό του και το κενό, αλλά επιπλέον επειδή πάνω σ’ αυτό εδράζεται το αξίωμα που δηλώνει ότι «υπάρχει το Δύο». Το Δύο που αναφέρεται εδώ δεν συνίσταται στο διπλασιασμό τού ενός τής καταμέτρησης, με άλλα λόγια, στην επανάληψη των συνεπειών τού νόμου. Πρόκειται για ένα πρωταρχικό Δύο, για ένα διάστημα αναστολής ή αβεβαιότητας. Είναι η διηρημένη συνέπεια μιας απόφασης.

(από το Δύο)

Ο στόχος μου σήμερα είναι να σκιαγραφήσω μια διαφορετική, μη εκφραστική προσέγγιση τής πολιτικής διαλεκτικής, όπου θα απορρίπτεται η μεταβατικότητα τής σχέσης ανάμεσα στη δράση των μαζών και ένα συγκεκριμένο κύριο όνομα

Το ζήτημα επομένως τού νόμου δεν εξαντλείται στα πλαίσια τής κλασσικής δικαιοφιλοσοφικής του αντιμετώπισης, αλλά προσλαμβάνει και οντολογικές διαστάσεις. Πρόκειται για ερώτημα ύπαρξης. Μιλώντας όπως ο Φουκό, θα λέγαμε ότι, σε τελική ανάλυση, άπτεται τής σχέσης που συνδέει τις λέξεις με τα πράγματα: με άλλα λόγια, στο πεδίο τού νόμου αναγνωρίζεται μόνον η ύπαρξη εκείνων των αντικειμένων που ανταποκρίνονται σε μια σαφή περιγραφή. Τώρα όμως το ζήτημα πρέπει να εξεταστεί και από την οπτική τής επιθυμίας. Μπορούμε να δηλώσουμε ανεπιφύλακτα ότι η επιθυμία είναι πάντα επιθυμία για κάτι, κατά κάποιο τρόπο, ανύπαρκτο από πλευράς νόμου. Είναι η αναζήτηση ενός πράγματος επέκεινα τής κανονικότητας τού νόμου. Το πραγματικό της αντικείμενο είναι πάντοτε κάτι που μοιάζει μ’ ένα μήλο, που είναι συνάμα και γαϊδουράγκαθο — η επιθυμία ενός τέρατος. Και γιατί αυτό; Επειδή η επιθυμία συνίσταται, μέσω και πέραν τής κανονικότητας, στην κατάφαση τής καθαρής ενικότητας.

Με άλλα λόγια, πώς μπορούμε να βρούμε ένα αντικείμενο με χαρακτηριστικά γνωρίσματα την ανωνυμία και την μη κατασκευασιμότητα; Στη δεκαετία τού εξήντα τού περασμένου αιώνα, ο Πολ Κοέν βρήκε μια σύνθετη και κομψή λύση στο πώς να ονομάσουμε ή να εντοπίσουμε ένα μη κατασκευάσιμο σύνολο, δηλαδή ένα σύνολο χωρίς όνομα, χωρίς συγκεκριμένο κατηγόρημα, χωρίς θέση στη μεγάλη κατηγορική ταξινόμηση. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η επιθυμία πέτυχε μια μεγάλη νίκη εις βάρος τού νόμου και μάλιστα στο πεδίο των μαθηματικών, το κατεξοχήν πεδίο τής κυριαρχίας τού νόμου. Μαζί με τόσα άλλα, μαζί με τόσες άλλες νίκες αυτού τού είδους, αυτό συνέβη στη δεκαετία τού εξήντα. Ο Κοέν χρησιμοποίησε την εντυπωσιακή ονομασία «γενολογικά σύνολα» για να χαρακτηρίσει τα εν λόγω μη κατασκευάσιμα σύνολα. Η επινόηση αυτή θα πρέπει να συγκαταλεχθεί στις επαναστατικές δράσεις και επιτεύγματα τής δεκαετίας τού εξήντα.

Γνωρίζουμε ότι, για να περιγράψει την κατάσταση κατά την οποία το ανθρώπινο γένος τίθεται σε τροχιά αυτοχειραφέτησης, ο Μαρξ χρησιμοποιεί την έκφραση «γενολογική ανθρωπότητα»[2] και, επιπλέον, ότι «προλεταριάτο» είναι το όνομα που δίνει ο Μαρξ στην καταφατική μορφή τής δυνατότητας ύπαρξης τής γενολογικής αυτής ανθρωπότητας.

Για τον Κοέν, όπως άλλωστε και για τον Μαρξ, η καθαρή καθολικότητα των συνόλων ή τής πολλαπλότητας δεν πρέπει να αναζητηθεί στην ορθότητα τού ορισμού ή στην σαφήνεια τής περιγραφής, αλλά στη μη κατασκευασιμότητα. Η αλήθεια των συνόλων είναι συνεπώς γενολογική.

η επιθυμία γίνεται αντιληπτή ως η έξω- ή μετα-νομική αναζήτηση ενός απαγορευμένου μα συνάμα γενολογικού αντικειμένου. Πρόκειται, λοιπόν, για την ιδέα ότι η πολιτική καθολικότητα συνίσταται πάντοτε στην ανάπτυξη μιας νέας θεώρησης ή μιας νέας συγκρότησης τής κοινωνικής πραγματικότητας — κάτι ανάλογο, θα έλεγα, με την ολοκληρωτική αναδιάταξη τού περιεχομένου τής πιατέλας στο αρχικό μας παράδειγμα. Η δημιουργία ενός τέτοιου αμαλγάματος αποτελεί τον πραγματικό στόχο κάθε πολιτικής αναδιάταξης στις σχέσεις μεταξύ λευκών και μαύρων, ανδρών και γυναικών, διαφορετικών εθνοτήτων, φτωχών και πλουσίων κ.λπ. Απαραίτητη προϋπόθεση για την πραγματοποίηση όλων αυτών είναι η υπέρβαση των αυστηρών ταξινομήσεων και των σαφών διαχωρισμών. Ουσιαστικά, έχουμε να κάνουμε με μια πολιτικοπρακτική διαδικασία που αποβλέπει στη δημιουργία ενός αντικειμένου γενολογικού προσανατολισμού. Σύμφωνα λοιπόν με την αντίληψη αυτή, η πολιτική διαδικασία ταυτίζεται πάντοτε με την τοπική επινόηση τού γενολογικού.

Απορρίπτοντας την έννοια τής φυσιολογικής επιθυμίας, επιλέγουμε την αγωνιστική αντίληψη που προσανατολίζεται από την ύπαρξη μιας επιθυμίας που καταφάσκει αδιαλείπτως το ανώνυμο. Τασσόμαστε λοιπόν υπέρ τής δυνατότητας ύπαρξης τού ανώνυμου ή γενολογικού υποσυνόλου, καθόσον αντιπροσωπεύει την κοινή μοίρα τής ιστορικής μας ύπαρξης: κάπως έτσι θα σκιαγραφούσα τη σύγχρονη επαναστατική προοπτική, με την επιφύλαξη, ενδεχομένως, ότι ο αντίστοιχος κοινωνικός μετασχηματισμός θα έχει τοπικό και όχι υποχρεωτικά γενικό ή ολοκληρωτικό χαρακτήρα. Για μια ακόμη φορά διαπιστώνουμε ότι δεν έχουμε να κάνουμε με μια απλή αντιπαράθεση ανάμεσα στον νόμο και την επιθυμία. Να σημειώσω εδώ ότι συμφωνώ απόλυτα με τον Σλαβόι Ζίζεκ που υποστηρίζει ομοίως ότι το πρόβλημα τής «γενικής βούλησης» έχει σήμερα αναδειχθεί σε κεντρικό ζήτημα τής πολιτικής. Θα πρότεινα απλώς να αντικατασταθεί το επίθετο «γενική», ούτως ώστε στην τυραννία των φυσιολογικών επιθυμιών να αντιπαρατεθεί η «γενολογική» και όχι η γενική βούληση.

Αλλά συγχρόνως, όπως μας δίδαξε ο Λακάν, η ίδια η αλήθεια έχει δομή μυθοπλασίας. Ως εκ τούτου, η διαδικασία τής αλήθειας συνιστά, επίσης, διαδικασία οργάνωσης μιας νέας μυθοπλασίας. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, η δυνατότητα μιας έσχατης πολιτικής πίστης οφείλει να αναζητηθεί στην εκ νέου δημιουργία μιας μεγαλειώδους μυθοπλασίας.

Κι αυτό είναι κάτι που πιστεύω, ακόμα κι αν δεν είμαι σε θέση να το αποδείξω. Κατά τον περασμένο αιώνα, κάθε μυθοπλαστική ανάπλαση τού πολιτικού πεδίου συνδεόταν με κάποιο κύριο όνομα. Κατ’ εμέ, το πρόβλημα σήμερα δεν είναι αν και πώς θα απελευθερωθούμε από τον μύθο — δεδομένου ότι το μεγάλο αφήγημα είναι αδιαμφισβήτητα απαραίτητη προϋπόθεση τόσο τής έσχατης πίστης όσο και τού σχεδιασμού κάθε μεγαλόπνοης πολιτικής —, αλλά η δυνατότητα ενός αφηγήματος χωρίς κύριο όνομα.

Είναι, βεβαίως, επιτακτική η υλοποίηση τής δυνατότητας μιας χωρίς προηγούμενο γενολογικής μυθοπλασίας, αλλά η καινή αυτή τοπικοποίηση έχει ως προαπαιτούµενο την ύπαρξη μιας νέας μορφής πολιτικού θάρρους. Το ζήτημα τής µυθοπλαστικής επινόησης είναι συναφές μ’ αυτό τής ελπίδας τής δικαιοσύνης, αλλά οι ίδιοι οι όροι τής μυθοπλαστικής δυνατότητας άπτονται τού ζητήματος τού θάρρους. Το όνομα «θάρρος» παραπέμπει σε κάτι που δεν μπορεί να αναχθεί στον νόμο αλλά ούτε και στην επιθυμία. Είναι το όνομα μιας υποκειμενικότητας μη αναγώγιμης στη συνήθη διαλεκτική νόμου-επιθυμίας. Σήμερα, λοιπόν, η πολιτική δράση — και όχι η θεωρία, η αντιπροσώπευση ή η σύλληψη τού Πολιτικού, αλλά η πολιτική δράση καθ’ εαυτή — εντοπίζεται στην επινόηση ενός αντικειμένου που, χωρίς να ανάγεται στο πεδίο τού νόμου ή τής επιθυμίας, διανοίγει τον χώρο υποδοχής τού γενολογικού — κάτι αντίστοιχο δηλαδή με μια τοπικοποίηση τής γενολογικής βούλησης. Και, σε σχέση μ’ αυτόν τον χώρο, θα επαναλάβουμε τα λόγια τού Στίβενς: «είναι κάτι το δυνατό, κάτι το δυνατό, πρέπει να γίνει δυνατό». Ίσως. Δεν παύουμε, όμως, να ελπίζουμε — είμαστε υποχρεωμένοι να ελπίζουμε στο ενδεχόμενο — να αναδυθεί η δυνατότητα μιας νέας μυθοπλασίας.

(από η πολιτική: μια μη εκφραστική διαλεκτική )

(Μπράβο στον dkoss για το έργο του. Τον ευχαριστώ για την καθοδήγησή του όπως και τον Αντώνη του LR, οι οποίοι δεν ευθύνονται για το προσωπικό κολάζ)

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Badiou, Ζίζεκ, Πολιτική Φιλοσοφία, Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s