100+1 χρόνια Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Με αφορμή το συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στην Κωνσταντινούπολη από τo Ζωγράφειο Λύκειο, ακολουθεί η εισήγηση μαθητών για το τελευταίο διήγημα του μεγάλου Έλληνα συγγραφέα «Ο αντίκτυπος του Νου», με τίτλο «Ο Παπαδιαμάντης και οι Πολλαπλές Πτυχές της Αλήθειας» στη θεματική «Ο μοντέρνος Παπαδιαμάντης».

Συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά που συμμετείχαν, στους δασκάλους τους, στους επιστημονικούς συμβούλους, και με ιδιαίτερες ευχαριστίες στην κ. Άσπα Χασιώτη, διευθύντρια των Εκπαιδευτηρίων Μαντουλίδη, και στο σύζυγό της  Γιάννη Δερμιτζόγλου,  Διευθυντή του Ζωγράφειου Λυκείου για την άψογη φιλοξενία.

Ακολουθεί το διήγημα και η εισήγηση.

Papiamantis_O_Antiktypos_tou_Nou

Α. Θεωρητική προσέγγιση της έννοιας της αλήθειας

Το ζήτημα της αλήθειας απασχόλησε φιλοσόφους, επιστήμονες και πολλούς ανθρώπους από την αρχαιότητα μέχρι και σήμερα. Αν αναλογιστούμε ότι η αλήθεια εκφράζεται μέσα από το λόγο θα μπορούσαμε να ξεκινήσουμε την εισήγηση μιλώντας για τη σχέση αλήθειας και κειμενικού λόγου.

Μπορούμε να ισχυριστούμε πως, όταν ερμηνεύουμε ένα κείμενο, η ερμηνεία μας θα εκφράζει τη μοναδική αλήθεια του κειμένου; Για να απαντηθεί αυτό το ερώτημα θα πρέπει να δούμε τους όρους που εμπλέκονται στη διαδικασία της ερμηνείας.

Κατ’ αρχάς, είναι ο αναγνώστης.

Είναι λογικό ο αναγνώστης να κατευθύνεται, στο πώς θα αντιληφθεί το κείμενο, από τις πεποιθήσεις της εποχής του που διαμορφώνουν και τις δικές του πεποιθήσεις. Κατά συνέπεια, ο αναγνώστης διαφορετικών εποχών ερμηνεύει διαφορετικά το ίδιο κείμενο.

Από την άλλη, είναι ο συγγραφέας.

Και αυτός κατευθύνεται από τις προσωπικές του απόψεις ή τα ιδεολογικά του πιστεύω.

Τρίτος όρος το ίδιο το κείμενο.

Από τη στιγμή που το κείμενο ολοκληρώνεται, ο συγγραφέας του αποσύρεται και το κείμενο θριαμβεύει στην αυτονομία του. Δεν ανάγεται αποκλειστικά στις προθέσεις του δημιουργού του, αλλά προσφέρεται για πολλαπλές δυνατότητες ερμηνείας.

Θα μπορούσε λοιπόν, να συναχθεί ότι η ερμηνεία δεν είναι μονοδιάσταση και ότι κάθε αναγνωστική-ερμηνευτική απόπειρα θα παραμένει ανοιχτή.

Η ερμηνεία λοιπόν είναι ένα ανοιχτό παιχνίδι. Μπορούμε όμως να λέμε ό,τι θέλουμε; Θέση μας είναι πως όχι. Και αυτό το λέμε γιατί η βάση είναι πάντα το ίδιο το κείμενο. Το ίδιο το κείμενο παρέχει τα όρια της ερμηνείας του. Σύμφωνα με τον Έκο, οποιαδήποτε ερμηνεία ενός δεδομένου κομματιού ενός κειμένου μπορεί να γίνει αποδεκτή αν επιβεβαιωθεί χωρίς αντιφάσεις από το ίδιο το κείμενο. Από την άλλη, πρέπει να απορριφθεί εφόσον αμφισβητηθεί από ένα άλλο κομμάτι του ίδιου κειμένου. Με την έννοια αυτή, το κείμενο ελέγχει κάθε επίδοξο ερμηνευτή μήπως και αυθαιρετήσει. Έτσι, το κείμενο μπορεί να προσφέρεται για πολλαπλές ερμηνευτικές απόπειρες, στη βάση του τριπτύχου συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστης και στα όρια του ίδιου του κειμένου.

Αν μεταφέρουμε τον παραπάνω προβληματισμό στην ιστορία και το λόγο της θα αναρωτιόμασταν τι είδους αλήθεια εκφράζει ο ιστορικός λόγος. Κατά πρώτον, σκοπός της Ιστορίας αποτελεί η σαφής και αντικειμενική παρουσίαση των γεγονότων του παρελθόντος. Πρόκειται δηλ. για μία απόπειρα πλήρους και πιστής αναπαράστασης της παρελθοντικής αλήθειας. Στο σημείο αυτό όμως, θα πρέπει να σημειωθεί ότι η κίνηση της ιστορίας χαρακτηρίζεται από συγκρούσεις σε υλικό, αλλά και ιδεολογικό επίπεδο. Όταν δρα υπό την επιρροή ιδεολογημάτων, αποσιωπά πτυχές της πραγματικότητας και άρα πτυχές της αλήθειας. Κατά συνέπεια, η νίκη κάποιων ομάδων πετυχαίνει να παρουσιάζει τα γεγονότα με τις ιδεολογικές πεποιθήσεις που έχουν οι ίδιες οι νικήτριες ομάδες. Πρόκειται δηλ. για μία ιστορία που γράφουν οι νικητές. Εύλογα λοιπόν τίθεται το ερώτημα κατά πόσο η ιστορία έχει τη δυνατότητα να παρουσιάσει ολοκληρωμένα την αλήθεια, πράγμα που θα συνεπάγεται και την αμφισβήτηση της ύπαρξης μίας και μόνο αντικειμενικής ιστορικής αλήθειας. Αν ο ιστορικός συγγραφέας γράφει ως άτομο με προσωπικές ιδεολογικές πεποιθήσεις, τότε δεν μπορεί το ιστορικό αφήγημα να διατηρεί το ρόλο του αδιάψευστου μάρτυρα της πραγματικότητας που προβαίνει στη μία αποκλειστική και αυθεντική αποτύπωση της πραγματικότητας.

Και ποια η θέση της αλήθειας σε ένα τέτοιο ευρύ πλαίσιο, όπου χάνεται ο προνομιούχος ερμηνευτής; Υπάρχει μία αλήθεια ή πολλές αλήθειες; Μάλλον όχι με την ιδέα μίας αποκάλυψης, όπου ο μάγος έχει την ικανότητα να τραβάει την κουρτίνα και να φανερώνει τη μία και μοναδική αλήθεια. Αναρωτιέται ο Άγιος Αυγουστίνος: «γιατί να εξομολογηθώ, Θεέ μου που γνωρίζεις τα πάντα, γιατί άραγε θα είχα την ανάγκη να εξομολογηθώ σ’ εσένα;» Αν εμπνευστούμε από τα λόγια του Αγίου Αυγουστίνου, θα λέγαμε πως η πράξη της εξομολόγησης είναι κάτι παραπάνω από το φανέρωμα μίας αλήθειας. Η πράξη της εξομολόγησης μεταμορφώνει τον άνθρωπο. Τον βοηθά στο να γνωρίσει τον εαυτό του, να διορθωθεί, να τον μεταμορφώσει σε ένα νέο άνθρωπο. Ο Άγιος Αυγουστίνος έλεγε πως η αλήθεια ποιείται. «Ποιώ την Αλήθεια». Φαίνεται λοιπόν ότι η αλήθεια δε λέγεται απλώς αλλά και πράττεται.

Συμπερασματικά, διαπιστώνουμε ότι απομακρυνόμαστε από τον ορισμό της αλήθειας ως αποκάλυψης. Τη βλέπουμε ως πράξη που μπορεί να μεταμορφώσει τον άνθρωπο. Αυτό συνεπάγεται την ελπίδα για ένα νέο κόσμο που θα χωρά τους πάντες. Έτσι, ο λόγος της ιστορίας και ο λόγος της λογοτεχνίας μπορούν να αναγεννήσουν την ανθρώπινη περιπέτεια στο σύνολό της.

Τελικές συνέπειες του εγχειρήματος:

Η ιστορία χάνει την υποτιθέμενη αποκλειστικότητα στο να ερμηνεύει μία πραγματικότητα ως έχει. Η λογοτεχνία διαμορφώνει νέα πεδία σκέψης, προβληματισμού και δράσης. Μπορούμε να μιλούμε για μία σχέση γόνιμης αλληλεξάρτησης: Από τη μία, η ιστορία που οφείλει να συνειδητοποιήσει τις αδυναμίες της. Η λογοτεχνία μπορεί να συμβάλει σε αυτή τη συνειδητοποίηση. Από την άλλη, το ιστορικό στοιχείο είναι αυτό που κρατά τη λογοτεχνία στο πλαίσιο της ιστορικής πραγματικότητας συμβάλλοντας στην αλήθεια της.  Όποιος εμπλακεί σε αυτή τη σχέση αλληλοεξάρτησης θα μάθει να σέβεται την άλλη φωνή, να την ακούει και να αναγνωρίζει την αξία του συνανήκειν στην παγκόσμια κοινότητα. Δε συμβαίνει αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά ανοίγονται νέοι δρόμοι για νέους κόσμους. Πρόκειται για μία κίνηση που ανασυνθέτει την πραγματικότητα. Μία πραγματικότητα που στηρίζεται στην πολλαπλότητα μορφών λόγου, στην πολυφωνία και τη διαλογικότητα.

Β. Εφαρμογή της θεωρητικής μας θέσης στο διήγημα

 

Το διήγημα «Ο αντίκτυπος του νου» θεωρείται το τελευταίο διήγημα που έγραψε ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης. Το μισό διήγημα δημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Χαραυγή» της Μυτιλήνης (που ακόμα βρισκόταν υπό οθωμανική κυριαρχία) στις 15 Δεκεμβρίου 1910. Ο Παπαδιαμάντης αρρώστησε και πέθανε στις 3 Ιανουαρίου 1911 χωρίς να έχει στείλει στο περιοδικό το άλλο μισό. Μερικά χρόνια αργότερα, ο Κ. Φαλτάιτς επισκέφθηκε τη Σκιάθο, βρήκε τις αδελφές του Παπαδιαμάντη και μαζί με άλλα χαρτιά που του έδωσαν ήταν και το χειρόγραφο με τη συνέχεια του διηγήματος (αν και το τέλος έλειπε). Το διήγημα ολοκληρωμένο δημοσιεύτηκε το 1929 στο Μπουκέτο.

Το γεγονός

2 Απριλίου 1891

Στην Εβραϊκή συνοικία, κοντά στην Συναγωγή, βρέθηκε το πτώμα ενός δολοφονημένου κοριτσιού, κλεισμένο σ΄ένα σάκο, μαζί με πίτουρα και χορτάρια. Σύμφωνα με το ιατροδικαστικό πόρισμα, το πτώμα ήταν κακοποιημένο και “εν τω σώματι δεν υπήρχε σταγών αίματος”. Ο εισαγγελέας εφετών Μπένσης, που ανέλαβε τη διαλεύκανση της υπόθεσης, έστρεψε όλη του την δραστηριότητα προς την εβραϊκή κοινότητα της πόλης. Oι εβραίοι έσπευσαν να κατηγορήσουν τους χριστιανούς ως ένοχους για το φόνο, ενώ οι χριστιανοί διέδιδαν τη φήμη ότι η μικρή ήταν χριστιανή που σε βρεφική ηλικία είχε απαχθεί από τους εβραίους και ανατραφεί για να χρησιμεύσει ως θύμα ανθρωποθυσίας·

Στο διήγημά του «Ο αντίκτυπος του νου», ο Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης παρουσιάζει μια παρέα φτωχογλεντζέδων που κάνουν «σπονδάς εις τον Βάκχον» «εις του Καρμάνη το μπακάλικον». Οι πιο αχώριστοι της παρέας είναι τρεις, ο σιτσιλιάνος Αντώνιος Αλμπέργος από την Κατάνια, ο Σαββατίνος Λευί ή Σάλβος, εβραίος από την Κέρκυρα, και ο Λύσανδρος Παπαδιονύσης, «ένας από τους δικούς μας» και ολοφάνερο άλτερ έγκο του Παπαδιαμάντη.

Μαζύ έτρωγαν, μαζύ έπιναν, μέ τον Σάλβον. Ποτέ δεν τα είχαν τόσον καλά… 

Προσέξτε την έμφαση στο ζυμαρικό: «Τρεις άνθρωποι, τρεις φυλαί, τρία θρησκεύματα, ως κοινόν γνώρισμα είχον μεγάλην κλίσιν εις τα γκιουβέτσια, τα οποία παρήγγελλον εις τον γειτονικόν φούρνον με μακαρόνια πολύ χονδρά, ραβδωτά, τα οποία τινές ονομάζουσι, δεν ειξεύρω διατί, σέλινα».

Το γιουβέτσι είναι ελληνικό πιάτο ψητού κρέατος που μαγειρεύεται με κοτόπουλο ή κατσικίσιο είτε βοδινό κρέας. Αν και χρονοβόρο φαγητό, η συνταγή δεν είναι ιδιαίτερα πολύπλοκη. Ο Ηλίας Παπαδημητρακόπουλος στη μελέτη του «Επί Πτίλων Αύρας Νυκτερινής – Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη» ανθολογεί και άλλα διηγήματα του συγγραφέα με νόστιμο περιεχόμενο και καταλήγει: «Το γκιουβέτσι είναι το φαγητό των μοναχικών και, κατ’ επέκτασιν, των ελεύθερων ατόμων: Δεν αποτελεί έδεσμα της οικογενειακής εστίας, αλλά φαγητό της ταβέρνας, της ανδρικής παρέας, του πότη. Η συμβολική του αναφορά στο κείμενο αναλαμβάνει τον ενοποιητικό ρόλο για τρεις φίλους, διαφορετικής φυλής και θρησκείας. Οι ταβέρνες ήταν ο χώρος όπου γίνονταν οι γιουβετσάδες που μόνον ένωναν τις παρέες. Το γιουβέτσι ένωνε τους τρεις φίλους στην καθημερινή ζωή παραβλέποντας τυχόν διαφορές στη φυλή ή στο θρήσκευμα. Και οι τρεις ήταν εργένηδες. Απουσίαζαν καθημερινά πολλές ώρες από το σπίτι τις οποίες περνούσαν στην ταβέρνα όπου έτρωγαν τη γιουβετσάδα του φούρναρη. Βρισκόμαστε σε μία άσκηση της ανθρώπινης πρακτικής δίχως να επικρατεί κάποια επιθυμία καθαρότητας, κάποια επιθυμία επιστροφής σε μία πρωταρχική κατάσταση όπου τα πράγματα ήταν αμόλυντα πριν μολυνθούν. Ο παράδεισος ήταν ήδη εδώ με ενοποιητικό στοιχείο το γιουβέτσι και τη συμβολική του ενοποιητική αξία.

Η παρουσίαση των φίλων γίνεται από τον Παπαδιαμάντη με τέτοιο τρόπο που τρία γεγονότα να συσχετίζονται με τον Εβραίο φίλο τους. Κατ’ αρχάς, όλοι παρουσιάζονται να μη δίνουν και πολλή σημασία στη σχέση τους με τη θρησκεία. Χαρακτηριστικές φράσεις όπως «Θεός σκύλος», «Θεός γουρούνι» από την πλευρά των χριστιανών δείχνουν την πλήρη αποστασιοποίηση από ή τουλάχιστον την τυπική συμμετοχή στα θρησκευτικά πιστεύω που προσδιορίζουν τη φυλή τους. Εκμεταλλεύονταν τις θρησκευτικές εορτές για να συγκεντρώνονται και να γλεντάνε όλοι μαζί. Με μία όμως εξαίρεση. Δεν τέθηκε θέμα εορτασμού των εβραϊκών γιορτών. Είναι ένδειξη για έναν εν δυνάμει αντισημιτισμό;

Αμέσως παρακάτω αποδεικνύεται η φιλία που υπήρχε μεταξύ τους κατά πρώτον με τον Αντώνιο Αλβέρτο, ο οποίος μάλιστα φιλοξένησε στο σπίτι του τον Εβραίο φίλο, όταν αναγκάστηκε να ξεσπιτωθεί λόγω καθυστέρησης πληρωμής δύο μηνών. Ώσπου ήρθε η ώρα της «κρίσης». Το οίκημα του Αντώνιου παίρνει φωτιά. Στην προσπάθειά του να περισώσει την ιδιοκτησία του,  ο Αντώνιος ζητά βοήθεια από τον Σάββα που κοιτώντας την έξοδο τον παρότρυνε να φύγουν για να είναι ασφαλείς. Από τη μία ένα χέρι βοηθείας για το περισώσιμο της ιδιοκτησίας, από την άλλη, μία πρόταση για σωτηρία εγκαταλείποντας όμως την ιδιοκτησία. Ύστερα, από αυτό, ο Αντώνιος έβλεπε με μόνιμη καχυποψία τον Εβραίο φίλο του: «Α! κόζα βολέτε;…μα κουέλι Εβραίοι, νον σι μάντζα!» Μα αυτοί οι Εβραίοι δεν τρώγονται. «Είχε χαλάσει η καρδιά του, και πολύς παρήλθε χρόνος μέχρις ου αρχίση να τον χωνεύη, τον φίλο του Σάλβον… Και πάλιν ούτος, ποτέ δεν ανέκτησε την προτέραν εύνοιαν». Βλέπουμε μέσα από το γεγονός της φωτιάς δύο κοινωνικά ζητούμενα να συγκρούονται. Η ίδια η ζωή με τα υλικά αγαθά. Και δω έχουμε δύο είδη ανθρώπων. Αυτών που επιλέγουν τα υλικά αγαθά και αυτών που επιλέγουν την ίδια τη ζωή. Ο Αντώνιος μετά το γεγονός απέκτησε μία μόνιμη αλλαγή συμπεριφοράς απέναντι στον Σάββα τον Εβραίο. Ο Αντώνιος δεν τον έβλεπε πια το Σάββα όπως παλιά, ως τον απόλυτο φίλο. Δύο πτυχές αληθείας. Συγκρουσιακές και αντιτιθέμενες.

Δεύτερο γεγονός. Ο Εβραίος Σαββατίν σύναψε περισσότερο φιλίες με τον μπάρμπα-Πούπην, έναν ηλικιωμένο Ιταλοκερκυραίο. Οι περιπέτειες στη ζωή του ιταλοκερκυραίου, καταδεικνύουν μία ζωή με απογοητεύσεις από τους ίδιους του τους συγγενείς. Από τις δύο αδελφές του η Νίνα με  διαθήκη άφησε τα πάντα στο σύζυγό της, ενώ η άλλη αδελφή η Κιάρα, άφησε ένα από τα τρία σπίτια στο γιατρό που τη φρόντισε, δηλ. έναν ξένο. «Ο μπαρμπα-πούπης ευλόγως εσκύλιασε. Έγινε πυρ και μανία, έβγαζεν αφρούς». Ο ίδιος απειλώντας τον ιατρό συνελήφθη και πήγε φυλακή. Η ιστορία συνεχίζεται με κακολογίες και καταλήγει στον Πούπη να μην έχει μία. Η ανάγκη αυτή τον οδήγησε σε αλισβερίσια με τον Σαββατίν. «Μαζύ έτρωγαν, μαζύ έπιναν, με τον Σάλβον. Ποτέ δεν τα είχαν τόσον καλά… Αίφνης ένα πρωί, κατά Μάρτιον μήνα, ενώ επλησίαζε το Πάσχα, έρχεται από την Κέρκυρα είδησις, και την ανέγραφον όλ’ αι εφημερίδες, ότι οι εκεί Εβραίοι ήρπασαν μικράν κορασίδα χριστιανήν, και την έσφαξαν. Της έπιαν το αίμα!…»

Συνέπεια: «Ω να είχε έναν Εβραίον να τον πνίξει»

Πρώτη παρατήρηση: η αλήθεια του Μπαρμπα-Πούπη(Μ-Π).

Με την είδηση της σφαγής του κοριτσιού στο νησί της Κέρκυρας, ο Πούπης προκειμένου να ξεσπάσει σε σχέση με τα δικά του προσωπικά προβλήματα, ξεσπά στο Σάββα. Ο Σάββας γίνεται το εξιλαστήριο θύμα για όλα τα προβλήματα του προσωπικού του παρελθόντος. Ο Πούπης βλέπει τη δική του εξιλέωση στη δαιμονοποίηση του Εβραίου. Ο πόνος, η απογοήτευση, η οργή που κρύβει σε σχέση με τον ίδιο του τον εαυτό και τη ζωή του τον κάνει να στραφεί κατά του Σάββα.

«Δεν έχουν πίστη μωρέ γιε μου … σέντσα φέδε! Μωρέ, αυτό το σκυλί, πόσα δε μου είχε φάγη, και πώς μου μπερδεύει τσου λογαριασμούς; … Αυτοί μας τρώγουν τους κόπους μας, και μας πίνουν το αίμα!»

«Και τι φταίει αυτός;»

«Αυτός δεν ήτον; …»

Αναρωτιέται για λίγο αλλά έρχεται η ιδεολογική του θέση να ξεχάσει την πραγματικότητα και να καλύψει όλα τα κενά που δύνατο να αναδείξει η ίδια η πραγματικότητα:

«Παντού βρίσκονται αυτοί, κ’ εις όλα είνε μέσα … φτάν’ η χάρι τους!»

Ο Μ-π είχε μια ζωή όπου είχε μόνο τις αδερφές του που μπορούσαν να τον θρέψουν και να τον ενισχύσουν οικονομικά. Όταν κάτι τέτοιο δεν επιτυγχάνεται, νιώθει απόρριψη, θυμό και μίσος. Η συμπεριφορά μετά την είδηση του γεγονότος της δολοφονίας του κοριτσιού είναι συμπεριφορά του όχλου. Βρήκε ένα πρόσωπο για να μεταβιβάσει την απογοήτευσή του. Έχουμε να κάνουμε με ένα άτομο που αισθάνθηκε πολλές φορές το φόβο κατάρρευσης στη σχέση του με τους ανθρώπους και μάλιστα συγγενείς. Έτσι, το Εγώ ως άμυνα βρήκε υπεράσπιση μέσα από το μίσος προς τον Άλλον, εδώ στους Εβραίους ανεξαιρέτως και ιδίως στον πιο κοντινό του στη συγκυρία και φίλο, τον Σαββατίν. Μισώντας έναν που μισεί όλη η κοινωνία τον κάνει να ενταχθεί νόμιμα στην κοινωνία , να γίνει μέλος της και να αισθανθεί ανώτερος άνθρωπος με αξία και θέση σε αυτήν. Ένα κίνητρο για να συμπεριφερθεί έτσι είναι και ο φόβος μη θεωρηθεί φίλος των Εβραίων και δεχτεί ο ίδιος την οργή ενός φανατισμένου πλήθους.

Ο Ζίζεκ εξηγεί γιατί είναι αυταπάτη να νομίζουμε ότι η επαφή με την «πραγματική πραγματικότητα» μπορεί να απαλλάξει κάποιον από τις «ιδεολογικές προκαταλήψεις» του: διότι μία ιδεολογία «μάς κρατάει» μόνο όταν δεν αισθανόμαστε καμία αντίθεση μεταξύ αυτής και της πραγματικότητας –  δηλ. όταν η ιδεολογία πετυχαίνει να καθορίσει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με την καθημερινή πραγματικότητα».

3ο γεγονός

Κάτι παρόμοιο συμβαίνει και με το alter ego του Παπαδιαμάντη. Σε παλιότερη συζήτηση με τον Σαββατίν, θυμάται ο ίδιος ο Λύσανδρος, να ζητά τεκμήρια, ασφαλήν απόδειξην, «που να μην αφήνη αμφιβολίαν». Διότι μένουν πολλά κενά, και ενδοιασμοί, και αντιρρήσεις». Ο «ζητών βεβαίαν απόδειξην, ευρίσκεται εις την δυσχερήν ταύτην θέσιν, ακριβώς διότι είνε αμερόληπτος». Τι πιο αποδεκτό από την επίκληση της τεκμηρίωσης; Βέβαια, η τεκμηρίωση αφορούσε τον ισχυρισμό του Σαββατίν ότι η μάνα του είχε περιμαζέψει από το δρόμο ένα χριστιανόπαιδο και άρα δεν μπορούσε να ισχύει ο μύθος για τους Εβραίους ότι παίρνουν παιδιά για να τα θυσιάζουν.

«Δι’ αυτό σου επαναλαμβάνω … λοιπόν;»

«λοιπόν; Είπε και ο Λύσανδρος»

Ο Λύσανδρος δε λέει να δει ως τεκμήριο προς αναίρεση του μύθου την περίθαλψη χριστιανόπαιδου από μία Εβραία. Ομοίως και δω όπως και με ον Μ-π, η ιδεολογία πετυχαίνει να καθορίσει τον ίδιο τον τρόπο με τον οποίο ερχόμαστε σε επαφή με την καθημερινή πραγματικότητα. Παράδειγμα του ίδιου του Ζίζεκ: αν ένας Γερμανός αντισημίτης τη δεκαετία του ’30 γνώριζε ένα φιλήσυχο και ευγενικό Εβραίο, δε θα αναθεωρούσε τις απόψεις του αλλά αντίθετα θα έλεγε: « Είδατε τι καλά που κρύβονται; Αυτό αποδεικνύει ότι είναι διπρόσωποι και άρα επικίνδυνοι». Και ο Ζίζεκ καταλήγει: «Μια ιδεολογία πραγματικά επιτυγχάνει όταν ακόμα και τα γεγονότα τα οποία εκ πρώτης όψεως τη διαψεύδουν, αρχίζουν να λειτουργούν ως επιχειρήματα υπέρ της».

Στον Λύσανδρο όμως συμβαίνει και κάτι ριζοσπαστικό: αυτό που λέει ο Ζίζεκ, που είναι αιτία για να αρθεί μία κυρίαρχη ιδεολογία, το «όταν αισθανόμαστε αντίθεση ανάμεσα στην ιδεολογία και την πραγματικότητα». Η επιβεβαίωση του ιδεολογικού σχήματος αίρεται στη συνέχεια, όταν πληροφορείται ότι το θύμα ήταν ανηψιά του Σαββατίν, δηλ. μία Εβραιοπούλα.

Τα δάκρυα του Σάλβου έθεσαν σε αμφισβήτηση την ιδεολογία του Λύσανδρου. Αν οι Εβραίοι δεν είναι άνθρωποι, τότε γιατί κλαίει ο Σάλβος; Το φαινόμενο , ακόμη κι αν του πέρασε η πιθανότητα να είναι κροκοδείλια, τα δάκρυα ήταν δάκρυα.

Ο λόγος και τα δάκρυα του Σάλβου, κίνησαν μία διαδικασία αυτοκριτικής και αυτογνωσίας στο νου του Λύσανδρου. Εξ ου και ο τίτλος του διηγήματος «ο αντίκτυπος του νου». :

Αυτοκριτική, κριτική στον τύπο, στην αστυνομία στις έρευνες και στις ανακριτικές της ικανότητες, η ανάκριση ως αποκαλυψιακή διαδικασία γίνεται πέπλο σκότους. Και η αλήθεια πού βρίσκεται σε όλη αυτή την τρικυμία αμφισβήτησης;

«Δε θα μάθωμεν ποτέ την αλήθεια» λέει ο Λύσανδρος.

Παρόλ’ αυτά, «τα δάκρυα ήσαν δάκρυα»

Ερχόμαστε στα πρώτα που είπαμε. Η αλήθεια ως αποκάλυψη απέτυχε, και η αλήθεια ως ομο-λογία νίκησε την ιδεολογική τύφλωση. Το κλάμα ως συν-πάσχειν μπόρεσε να ανοίξει ένα κενό στην πνευματική τύφλωση από την κυρίαρχη αντίληψη ενάντια στους Εβραίους.

Δεύτερη παρατήρηση.

Λοιπές αλήθειες που παρουσιάζονται στο κείμενο είναι η αλήθεια του δημοσιογραφικού λόγου, όπως και η αλήθεια του λόγου της αστυνομίας.

Ο Παπαδιαμάντης αφηγούμενος το γεγονός τονίζει:

Την επομένην, ότι εξητάσθη το πτώμα της σφαγείσης κόρης, και ευρέθη ότι όλον το αίμα της είχε ροφηθή δι’ αλλόκοτου μεθόδου, δι’ απειραρίθμων εντομών και κοπίδων.

Ύστερον ήρχισαν ν’ αναγράφωνται συγκεχυμένα και αντιφατικά πράγματα… Ότι η νεκρά κόρη ευρέθη εφθαρμένη, ότι ο θάνατός της δεν προήλθεν εκ σφαγής, ούτε είχεν εκμυζηθή το αίμα της… Τέλος, ότι η κόρη δεν ήτον χριστιανή, αλλ’ Εβραία…»

Αναπαράγει τα γεγονότα που γράφτηκαν στον τύπο όπου η αρχική γνώμη αλλάζει, ακολουθώντας την ανακριτική διαδικασία της αστυνομίας, με τελικό αποτέλεσμα την αντιστροφή της αληθείας. Το κορίτσι ήταν τελικά εβραιοπούλα.

Γ. Τελικό συμπέρασμα

Ο Παπαδιαμάντης παίρνει τη σκυτάλη για να μην αφήσει αδιάφορο τον αναγνώστη. Δημιουργεί μία ιστορία με έμφαση στα προσωπικά βιώματα των πρωταγωνιστών του. Η ιστορία του εκτυλίσσεται για να γνωστοποιήσει το προσωπικό βίωμα στο ευρύτερο κοινό, κάνοντας λογοτεχνία που διδάσκει και αλλάζει την κοινωνία. Το πραγματικό γεγονός της δολοφονίας είναι ενταγμένο στο διήγημα. Περιστοιχίζεται όμως από τις οπτικές των ηρώων, οι οποίες κυριαρχούνται από τις προκαταλήψεις. Το ψυχικό ταρακούνημα συμβαίνει σε έναν, το Λύσανδρο. Μέσα του ξεκινά η αμφισβήτηση των προσωπικών του πιστεύω. Το κενό που δημιουργείται στον ψυχισμό του, του παρέχει τη δυνατότητα για μία εκ νέου νοηματοδότηση της πραγματικότητας.

Η λειτουργία του αναγνώσματος λαμβάνει πολυεπίπεδο χαρακτήρα. Ο αναγνώστης πορεύεται υποψιασμένος απέναντι στην πιθανότητα προπαγάνδας ή ασυνείδητης πλάνης. Γίνεται ικανός να προσεγγίζει κριτικά τα κείμενα που τον κατακλύζουν. Επομένως, οι επαρκείς αναγνώστες μπορούν να γίνουν ικανοί ερμηνευτές στο να αποδώσουν νόημα όχι μόνο στον έξω κόσμο, αλλά και να τον μεταβάλλουν όπως και τον ίδιο τους τον εαυτό.

Το βίντεο της εισήγησης :  http://www.livemedia.gr/video/20439

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

5 Responses to 100+1 χρόνια Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

  1. Ο/Η Ονειρμός λέει:

    Η εισήγηση μου φάνηκε φοβερά συμπυκνωμένη, διαβαζόταν εύκολα, και ήταν τροφή για σκέψη.

    Θέλω να πω 3 πράγματα.

    1) Αναφέρεται: »Από τη στιγμή που το κείμενο ολοκληρώνεται, ο συγγραφέας του αποσύρεται και το κείμενο θριαμβεύει στην αυτονομία του. Δεν ανάγεται αποκλειστικά στις προθέσεις του δημιουργού του, αλλά προσφέρεται για πολλαπλές δυνατότητες ερμηνείας.»

    »Θα μπορούσε λοιπόν, να συναχθεί ότι η ερμηνεία δεν είναι μονοδιάσταση και ότι κάθε αναγνωστική-ερμηνευτική απόπειρα θα παραμένει ανοιχτή.

    Η ερμηνεία λοιπόν είναι ένα ανοιχτό παιχνίδι. Μπορούμε όμως να λέμε ό,τι θέλουμε; Θέση μας είναι πως όχι. Και αυτό το λέμε γιατί η βάση είναι πάντα το ίδιο το κείμενο. Το ίδιο το κείμενο παρέχει τα όρια της ερμηνείας του. Σύμφωνα με τον Έκο, οποιαδήποτε ερμηνεία ενός δεδομένου κομματιού ενός κειμένου μπορεί να γίνει αποδεκτή αν επιβεβαιωθεί χωρίς αντιφάσεις από το ίδιο το κείμενο. Από την άλλη, πρέπει να απορριφθεί εφόσον αμφισβητηθεί από ένα άλλο κομμάτι του ίδιου κειμένου. Με την έννοια αυτή, το κείμενο ελέγχει κάθε επίδοξο ερμηνευτή μήπως και αυθαιρετήσει. Έτσι, το κείμενο μπορεί να προσφέρεται για πολλαπλές ερμηνευτικές απόπειρες, στη βάση του τριπτύχου συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστης και στα όρια του ίδιου του κειμένου»

    Σε σχέση με τα παραπάνω. Ο συγγγραφέας όταν ολοκληρώνεται το έργο »αποσύρεται». Παρ’όλα αυτά, εμφανίζεται μέσα στο έργο του ως το ίδιο το κείμενο. Τα »όρια» του φάσματος των ερμηνευτικών δυνατοτήτων φαίνεται να προσδιορίζονται από το ίδιο το κείμενο, ή καλύτερα από την »ουσία» του έργο. Στην συγκεκριμένη περίπτωση η ουσία του έργου ταυτίζεται μάλλον με το γράμμα του κειμένου, αφού το κείμενο το ίδιο μοιάζει να οριοθετεί τις δυνατότητες ερμηνείας του. Αυτή η »ουσία» την οποία η ερμηνεία δεν μπορεί να ξεπεράσει, να αγνοήσει, είναι ας πούμε μια υποστασιοποίηση της δημιουργικής δύναμης του συγγραφέα.

    Ωστόσο από τα παραπάνω έχουμε ξανά το σύνηθες πρόβλημα της σχέσης της ουσίας ενός πράγματος με το φάσμα των δυνατών εμφανίσεών του. Ο συγγραφέας που »αποσύρεται» είναι η ίδια η »ουσία» του κειμένου που αποσύρεται ως »καθαρή ουσία», μέσα στο πλαίσιο σχέσεων στο οποίο εμπλέκονται και οι λοιποί όροι της ερμηνείας (αναγνώστης, κοινωνικο-ιστορικό περιβάλλον, κλπ). Η λύση που δίνει ο Έκο δεν μου φαίνεται να απαντάει ακριβώς στο πρόβλημα του προσδιορισμού των »ορίων» των δυνατών εκδηλώσεων της »ουσίας» του κειμένου, αφού το κείμενο δεν υπάρχει ως κάτι αυθύπαρκτο να ελέγξει την ερμηνευτική βία που θα του ασκηθεί. Δεν είναι πάντα εύκολο να βρεθούν χωρία που θα διαψεύσουν, αυτό μπορεί να γίνει με μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό πιθανολόγησης, και το να πω πως η ερμηνεία Α αντιβαίνει το σημείο Β του κειμένου προϋποθέτει μια ερμηνευτική προσέγγιση του ίδιου του Β.

    Από την άλλη μεριά, η »ουσία» του κειμένου προσδιορίζεται με έναν αρνητικό τρόπο, ως το φάσμα των δυνατών ερμηνευτικών προσεγγίσεων που σέβονται το γράμμα του κειμένου. Προβάλλει δλδ η αλήθεια του κειμένου ως ένας χώρος διά του αποκλεισμού του έξω του και όχι ως ένας χώρος που προσδιορίζεται καταφατικά. Προβάλλεται δηλαδή η αλήθεια του κειμένου ως όριο σε σχέση με αυτό που δεν είναι το ίδιο το κείμενο, ως όριο προς αυτό που θα το έκανε ένα άλλο κείμενο. Ο αρνητικός προσδιορισμός της αλήθειας του κειμένου ως ένα φάσμα μη εξωκειμενικών ερμηνειών φαίνεται λοιπόν πως διαφέρει από έναν θετικό προσδιορισμό της αλήθειας. Ίσως σε μια διαλεκτική απόλυτης και σχετικής αλήθειας, η »απόλυτη» είναι το όριο που συνεχώς μετατίθεται με τον πολλαπλασιασμό των έγκυρων »σχετικών» αληθειών-οπτικών, αλλά ως »απόλυτο όριο», πάντα υπάρχει αδιόρατα, παρόν και απόν ταυτόχρονα.

    Ο Ντελέζ στο έργο του για το Μπαρόκ και τον Λάιμπνιτς εμπνέεται από την γεωμετρία, (»κωνικές τομές») και φυσικά το έργο του ίδιου του Λάιμπνιτς) για να προσεγγίσει το ζήτημα της »σκοπιάς». Απλά το αναφέρω περιμένοντας μήπως μπορεί κανείς να συσχετίσει την δική του προσέγγιση με το ζήτημα του φάσματος των ερμηνευτικών δυνατοτήτων.

    Αν προσθέσει κανείς και την ρήση περί άμεσης εμπλοκής της ιδεολογίας στην προσέγγιση της πραγματικότητας, και αν το κείμενο εκληφθεί ως πραγματικότητα, πάλι αναρωτιέται για το πώς μπορούν να προσδιοριστούν »αντικειμενικά», δηλαδή μη ιδεολογικά, τα όρια των ερμηνευτικών δυνατοτήτων (αλλά και το ζήτημα αν υπάρχουν όρια, ανεξαρτήτως του κοινωνικοιστορικού πλαισίου και του διαμορφούμενου πλαίσιο συναντίληψης μεταξύ διαφόρων αναγνωστών).

    2) Η αλήθεια ως πράξη και όχι ως αποκάλυψη κάποιου απόλυτου νοήματος αντιμετωπίζει το ίδιο πρόβλημα προσδιορισμού, του τί μπορεί να θεωρηθεί ερμηνευτική πράξη και τί όχι. Η όλη προβληματική θυμίζει και το πρόβλημα ερμηνείας συνταγματικών διατάξεων και άλλων νομοθετημάτων. Στην συνταγματική ερμηνεία προκρίνεται ως πρώτο στάδιο το »γράμμα» του νόμου, και όλες οι άλλες ερμηνείες ακολουθούν σε διάφορους συνδυασμούς (ιστορική-συστηματική-τελολογική). Φαίνεται λοιπόν πως οποιαδήποτε (ερμηνευτική) πράξη, για να αποτελεί πράξη ανοίγματος προς έναν νέο ορίζοντα πρέπει να σέβεται η ίδια έναν ορίζοντα ήδη ανοιγμένο από τον συγγραφέα και το κείμενο »καθεαυτό», τον ορίζοντα του γράμματος του Νόμου του κειμένου. Το γράμμα σημαίνει κάτι ή καλύτερα σίγουρα δεν σημαίνει όλα αυτά που δεν είναι. Αλλά ενδεχομένως σε ένα πλαίσιο σχέσεων μπορεί να τα σημαίνει. Τί γίνεται για παράδειγμα αν το κείμενο είναι εσωτερικά αντιφατικό? Ποιά πρωταρχική ερμηνεία του γράμματος είναι η προσδιορίζουσα το φάσμα των ερμηνευτικών πράξεων, εκείνη που αποκαθιστά τις »αβλεψίες» και κανοναρχεί το κείμενο σύμφωνα με τον κανόνα της μη-αντίφασης, ή εκείνη που σέβεται την εσωτερική αντιφατικότητά του, υπονομεύοντας όμως την βάση των ερμηνευτικών πράξεων? Έτσι, μια αβλεψία ή μια αντίφαση του λεγόμενου »ιστορικού νομοθέτη» σε πολλά νομοθετήματα δεν λαμβάνεται υπόψη ή »διορθώνεται» μέσα από την νομολογική πρακτική και την νομική διδασκαλία, ενώ το ίδιο το κείμενο μας λέει διαφορετικά πράγματα. Βλ για παράδειγμα το άρθρο 16. Το κείμενο γράφει για την »πλήρη αυτοδιοίκηση» των πανεπιστημίων. Τί σημαίνει το »γράμμα» του κειμένου, το »πλήρης»? Παλιά ήταν δεδομένο το τί σημαίνει. Σήμερα λέγεται από πολλούς ότι το πλήρης είναι ένας »πλεονασμός» στον οποίο λανθασμένα προέβει ο νομοθέτης, αφού αναφέρει την λέξη »αυτο-διοίκηση». Βάσει της δεύτερης ερμηνείας οι συνταγματολόγοι κάνουν πως η λέξη »πλήρης» δεν υπάρχει στο κείμενο’.

    Την παρέκβαση αυτή την έκανα γιατί νομίζω το θέμα της συνταγματικής ερμηνείας προσφέρεται για αναλογίες, αφού πρόκειται για ένα κείμενο (το Σύνταγμα) στο οποίο φαίνονται με τον οξύτερο δυνατό τρόπο τα όρια της ερμηνείας.
    Η θεώρηση που θέλει κάποιους νομικούς να κάνουν την »αληθή-επιστημονική» ερμηνεία (πχ το Μνημόνιο είναι συνταγματικό ή όχι), και άλλους να είναι »κακοί επιστήμονες», μου φαίνεται φτωχή. Από την άλλη, υπάρχει μια ορισμένη τεχνική στην άρθρωση (νομικών και μη) επιχειρημάτων που λέγεται πως εξασφαλίζει την μεγαλύτερη δυνατή πιστότητα στο κείμενο.
    Αλλά φυσικά παίζει ρόλο και το ίδιο το είδος του κειμένου. Έτσι μου φαίνεται πως η απάντηση σε όλα τα παραπάνω δεν μπορεί να είναι η ίδια σε ένα έργο τέχνης και σε ένα συνταγματικό κείμενο. Επομένως υπάρχουν και άλλοι όροι που μπορούν να προστεθούν στο πλέγμα κοινωνικο-ιστορικό πλαίσιο-συγγραφέας-κείμενο-αναγνώστες. Μέσα στο ίδιο κοινωνικοιστορικό πλαίσιο, ο δέκτης είναι δέκτης ορισμένου είδους (πχ κριτικός τέχνης ή απλός αναγνώστης), και ο πομπός επίσης (πχ »ιστορικός νομοθέτης» ή λογοτέχνης).
    Βεβαίας στο »υπόστρωμα» του »γράμματος» του κειμένου προστίθεται, ως επίσης ουσιώδη γνωρίσματά του, όλο το υπόλοιπο έργο του συγγραφέα, τα ιδιαίτερα υφολογικά γνωρίσματα, οι τεχνοτροπίες κλπ του ιδίου, και όλα αυτά σχηματίζουν ένα »νεφέλωμα» ως »σκληρό πυρήνα» που είναι το γράμμα του κειμένου χωρίς να είναι απλώς το άθροισμα των προτάσεών του. Αυτόν τον »πυρήνα» τον λαμβάνει υπόψη κάθε ερμηνευτική πράξη.

    3) Αν φαντάζομαι σωστά, το »κενό» του Λύσανδρου του προσφέρει την δυνατότητα της πλήρωσής του με ένα »ομοίωμα»? Κατά πόσο το »κενό αυτό» μπορεί να δημιουργηθεί σε πολλούς (μπορεί να υπάρξει κάποιο ομαδικό ερέθισμα που θα αφήσει σχισματιές σε ένα συλλογικό, ψυχικό και ιδεολογικό δικτύωμα?) ή εξαρτάται μόνο από έναν ατομικό ψυχισμό, και κατά πόσο η εκ νέου νοηματοδότηση αυτού του κενού δεν είναι ελεύθερη αλλά εξαρτάται από την ιστορία-παρελθόν δημιουργίας αυτού του κενού?

    Πολύ ωραίο το κείμενο του Παπαδιαμάντη, δεν το ήξερα, με απροσδόκητες προεκτάσεις και επίσης ενδιαφέρον όσον αφορά το μεγάλο ζήτημα της συλλογικής δαιμονοποίησης του εχθρού ως τρόπο συγκρότησης του εαυτού (με κορυφαίο παράδειγμα τον αντι-σημιτισμό).

    Σήμερα αυτός που δαιμονοποιείται στην Ελλάδα του 2012 είναι ο »μέσος Έλληνας» που »τόσο χρόνια» παρουσίαζε τα χαρακτηριστικά του »Εβραίου». Κουτοπονηριά, απληστία, διαφθορά, ύπουλες σχέσεις με αξιωματούχους βασισμένες στο συμφέρον του, κινητικότητα, το »δαιμόνιο» του Έλληνα, η λαμογιά του, ο χαμαλαιοντισμός του, και »ξεγλίστρημα» από τους μηχανισμούς, ζωή των »υλικών αγαθών», κ.ο.κ. Όλα δηλαδή τα χαρακτηριστικά που αποδόθηκαν στον »Εβραίο» εν γένει ως μαζική προσωποποίηση του καπιταλισμού και μάλιστα του πλέον αρπαχτικού, επιθετικού και »απεδαφικοποιούμενου» τμήματός του, του εμπορικού και τοκογλυφικού-τραπεζικού κεφαλαίου.

  2. Ο/Η Ονειρμός λέει:

    »Από την άλλη μεριά, η ”ουσία” του κειμένου προσδιορίζεται με έναν αρνητικό τρόπο, ως το φάσμα των δυνατών ερμηνευτικών προσεγγίσεων που σέβονται το γράμμα του κειμένου».

    Με τον αρνητικό τρόπο εννοώ όπως λέω παρακάτω τον αποκλεισμό όσων προσεγγίσεων ΔΕΝ σέβονται το γράμμα του κειμένου, δεν το έγραψα σωστά παραπάνω.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s