Περί Σαγήνης

Περί σαγήνης.

Από : http://inreparabile.blogspot.com/search/label/Baudrillard.

Jean Baudrillard, De la seduction, 1979

Περί σαγήνης, εκδ. Εξάντας

Μια ανεξίτηλη μοίρα βαραίνει τη σαγήνη. Για τη θρησκεία υπήρξε η στρατηγική του διαβόλου, είτε ως μάγισσα είτε ως ερωμένη. Η σαγήνη είναι πάντοτε σαγήνη του κακού. Ή του κόσμου. Είναι το τέχνασμα, η παραπλάνηση του κόσμου. Η κατάρα αυτή διατηρήθηκε απαράλλαχτη μέσω της ηθικής και της φιλοσοφίας, στις μέρες μας δε μέσω της ψυχανάλυσης και της «απελευθέρωσης της επιθυμίας». Ίσως φαντάζει παράδοξο ότι, ενώ πλασάρονται οι αξίες του σεξ, του κακού και της διαστροφής -καθώς ότι θεωρούνταν καταραμένο σήμερα αναβιώνει, συχνά βάσει προγράμματος- η σαγήνη παραμένει ωστόσο στην αφάνεια, εάν δεν έχει καταχωνιαστεί οριστικά μέσα της.Διότι τον 18ο αιώνα γινόταν ακόμη λόγος περί σαγήνης. Συνιστούσε μάλιστα, μαζί με την πρόκληση και την τιμή, τη ζωηρή ενασχόληση των αριστοκρατικών κύκλων. Η αστική επανάσταση έβαλε ένα τέλος σ’ αυτά (ομοίως και οι άλλες, οι μεταγενέστερες επαναστάσεις, έβαλαν ένα αμετάκλητο τέλος – κάθε επανάσταση βάζει εξαρχής τέλος στη σαγήνη των εντυπώσεων). Η αστική εποχή είναι προσηλωμένη στη φύση και την παραγωγή, πράγματα σαφώς ξένα και μάλιστα καθαρά θανατηφόρα για τη σαγήνη. Και καθώς η σεξουαλικότητα θα προκύψει με τη σειρά της, όπως είπε ο Φουκώ, από μια διαδικασία παραγωγής (λόγου, ομιλίας και επιθυμίας), δεν πρέπει διόλου να μας εκπλήσσει το γεγονός ότι η τελευταία επισκίασε ακόμη περισσότερο τη σαγήνη.
[…]…η σαγήνη δεν ανήκει ποτέ στην τάξη της φύσης αλλά του τεχνήματος, δεν ανήκει ποτέ στην τάξη της ενέργειας αλλά του σημείου και του τελετουργικού. Γι’ αυτό και όλα τα μεγάλα συστήματα παραγωγής και ερμηνείας δεν έπαψαν ποτέ να την αποκλείουν από το εννοιολογικό πεδίο – ευτυχώς για την ίδια, καθότι εξακολουθεί να τα στοιχειώνει και να τα απειλεί με κατάρρευση έξωθεν, από τα βάθη αυτής της αποποίησης. Η σαγήνη φροντίζει πάντοτε να καταστρέφει την τάξη του Θεού, είτε πρόκειται για την τάξη της παραγωγής είτε αυτήν της επιθυμίας. Εξακολουθεί να είναι βασκανία και τέχνημα για κάθε ορθοδοξία, μια μαύρη μαγεία διαστρέβλωσης, κάθε αλήθειας, μια συνωμοσία σημείων, μια έξαρση επιζήμιας χρήσης τους. Κάθε λόγος απειλείται από αυτή την ξαφνική αντιστρεψιμότητα ή απορρόφηση μέσα στα ίδια του τα σημεία, δίχως ίχνος νοήματος. Γι’ αυτό και όλοι οι κλάδοι που έχουν ως αξίωμα τη συνοχή και την τελικότητα του λόγου τους δεν μπορούν παρά να την ξορκίσουν. Σε αυτό το σημείο συγχέονται (ανέκαθεν συγχέονταν) η σαγήνη και η θηλυκότητα. Αυτή η ξαφνική αντιστρεψιμότητα μέσα στο θηλυκό κατέτρυχε ανέκαθεν κάθε αρσενικότητα. Η σαγήνη και η θηλυκότητα είναι αναπόδραστες όπως η άλλη όψη του φύλου, του νοήματος, της εξουσίας.Σήμερα ο εξορκισμός γίνεται πιο βίαιος και πιο συστηματικός. Μπαίνουμε στην εποχή των τελικών λύσεων, όπως για παράδειγμα της σεξουαλικής επανάστασης, της παραγωγής και διαχείρισης κάθε ανεπαίσθητης και υπο-ανεπαίσθητης ευχαρίστησης, μικρο-πομπής της επιθυμίας της οποίας η γυναίκα, παραγωγός του εαυτού της ως γυναίκα και ως φύλο, είναι η τελευταία μεταμόρφωση. Τέλος της σαγήνης.
Ή μάλλον θρίαμβος της μαλθακής σαγήνης, εκθήλυνση, λευκή και συγκεχυμένη ερωτικοποίηση όλων των σχέσεων σε ένα απονευρωμένο κοινωνικό σύμπαν.
Ή ακόμη και τίποτε απ’ όλα αυτά. Γιατί κανείς δεν θα μπορούσε να ξεπεράσει σε μέγεθος την ίδια τη σαγήνη, ούτε καν η τάξη που την καταστρέφει.

Η εκλειπτική του φύλου.

Τίποτε δεν είναι λιγότερο βέβαιό σήμερα από το σεξ, πίσω από την απελευθέρωση του λόγου του. Τίποτε δεν είναι λιγότερο βέβαιο από την επιθυμία σήμερα, πίσω από τον ραγδαίο πολλαπλασιασμό των μορφών της.
Πάντοτε αναφορικά με το σεξ, ο ραγδαίος πολλαπλασιασμός δεν απέχει πολύ από την ολική εξασθένηση. Εδώ βρίσκεται το μυστικό αυτού του υπερθεματισμού παραγωγής σεξ, σημείων του σεξ, υπερ-ρεαλισμός της άκρως γυναικείας ευχαρίστησης: η αρχή της αβεβαιότητας επεκτάθηκε στον σεξουαλικό λόγο, όπως επίσης στον πολιτικό και τον οικονομικό.
Ο βαθμός της απελευθέρωσης του σεξ ταυτίζεται με αυτόν της απροσδιοριστίας του. Δεν υπάρχει πλέον έλλειψη, απαγόρευση, όριο: έχει απολεσθεί κάθε αρχή αναφοράς. Ο οικονομικός λόγος δεν στέκει παρά μόνο χάρη στην ένδεια, ενώ εξαυλώνεται με την επίτευξη του σκοπού του, που είναι η εξάλειψη του φάσματος της ένδειας. Ομοίως και η επιθυμία, στέκει μόνο χάρη στην έλλειψη. Όταν περνά εξ ολοκλήρου στο αίτημα, όταν διεκπεραιώνεται χωρίς περιορισμούς, καταλήγει να στερείται πραγματικότητας καθότι στερείται φαντασιακού, βρίσκεται παντού αλλά μέσα σε μια γενικευμένη προσομοίωση.
[…]

Στη σεξουαλική μυθολογία η μετάβαση προς το θηλυκό συμπίπτει χρονικά με το πέρασμα από τον προσδιορισμό στη γενική απροσδιοριστία. Το θήλυ δεν αντικαθιστά το άρρεν όπως το ένα φύλο το άλλο βάσει μιας δομικής αντιστροφής. Το αντικαθιστά ως τέλος της καθορισμένης αναπαράστασης του φύλου, ως διακύμανση του νόμου που διέπει τη σεξουαλική διαφορά. Η ανάληψη του θηλυκού αντιστοιχεί με το απόγειο της ηδονής και την κατάργηση της αρχής της πραγματικότητας του φύλου.
[…]

Ο Φρόυντ έχει δίκιο: δεν υπάρχει παρά μία και μόνη σεξουαλικότητα, μία λίμπιντο, η αρσενική. Η σεξουαλικότητα είναι αυτή η ισχυρή, διακρισιακή δομή που επικεντρώνεται γύρω από το φαλλό, τον ευνουχισμό, το όνομα του πατρός, την απώθηση. Δεν υπάρχει άλλη. Είναι μάταιο να ονειρευόμαστε κάποια άλλη σεξουαλικότητα μη φαλλική, μη περίκλειστη, μη μαρκαρισμένη. Είναι μάταιο, στο εσωτερικό αυτής της δομής, να θέλουμε να κάνουμε το θηλυκό να περάσει στην αντίπερα όχθη και να μπερδεύουμε τους όρους. Υπάρχουν δύο τινά: είτε η δομή παραμένει ίδια και το θηλυκό απορροφάται συλλήβδην από το αρσενικό, είτε καταρρέει, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον ούτε θηλυκό ούτε αρσενικό: βαθμός μηδέν δομής. Στις μέρες μας αυτό ακριβώς συμβαίνει ταυτοχρόνως: ερωτική πολυμέρεια, άπειρη δυνητικότητα της επιθυμίας, διακλαδώσεις, διαθλάσεις, λιβιδινικές εντάσεις – όλες οι πολλαπλές παραλλαγές μια απελευθερωτικής εναλλακτικής που προήλθε από τα πέρατα μιας απελευθερωμένης από τον Φρόυντ ψυχανάλυσης ή από τα πέρατα μιας απελευθερωμένης από την ψυχανάλυση επιθυμίας, όλες συγκλίνουν, πίσω από τον αναβρασμό του σεξουαλικού παραδείγματος, στην εξομοίωση της δομής και τη δυνητική ουδετεροποίηση.

Όσον αφορά το θηλυκό, η παγίδα της σεξουαλικής επανάστασης είναι να εγκλωβιστεί σ’ αυτή τη μοναδική δομή όπου είναι καταδικασμένο είτε στην αρνητική διάκριση, όταν η δομή είναι ισχυρή, είτε σε έναν καταγέλαστο θρίαμβο εντός μια αποδυναμωμένης δομής.
Ωστόσο το θηλυκό είναι αλλού, ανέκαθεν ήταν άλλου: αυτό είναι το μυστικό της δύναμης του. Όπως λέμε ότι ένα πράγμα διαρκεί επειδή η ύπαρξη του δεν ταυτίζεται με την ουσία του, έτσι πρέπει να πούμε ότι το θηλυκό σαγηνεύει επειδή δεν βρίσκεται ποτέ εκεί όπου νομίζει ότι είναι. Επομένως, δεν βρίσκεται ούτε σε όλη αυτή την ιστορία βασάνων και καταπίεσης που του έχει φορεθεί – στον ιστορικό Γολγοθά των γυναικών (η πονηριά του έγκειται στο ότι κρύβεται εκεί).
Ενδύεται αυτή την υποτέλεια μόνο μέσα σ’ αυτή τη δομή όπου το τοποθετούμε και το απωθούμε, και όπου η σεξουαλική επανάσταση το τοποθετεί και το απωθεί ακόμα πιο δραματικά – σύμφωνα όμως με ποιον συνένοχο παραλογισμό (τίνος; εάν όχι βέβαια του αρσενικού) θέλουν να μας κάνουν να πιστέψουμε ότι αυτή είναι η ιστορία του θηλυκού; η απώθηση βρίσκεται ήδη ολόκληρη εδώ, στη διήγηση της σεξουαλικής και πολιτικής δυστυχίας των γυναικών, στον αποκλεισμό οποιουδήποτε άλλου τρόπου ισχύος και κυριαρχίας.

Υπάρχει μια εναλλακτική στο φύλο και στην εξουσία την οποία η ψυχανάλυση δεν δύναται να γνωρίζει, επειδή η αξιωματική της είναι σεξουαλική, κι αυτό το αλλού εκ των πραγμάτων ανήκει αναμφίβολα στην τάξη του θηλυκού, νοούμενο πέρα από την αντίθεση αρσενικού/θηλυκού – αντίθεση κατά βάση αρσενική, με σεξουαλικό προορισμό, η οποία δεν μπορεί να ανατραπεί χωρίς ουσιαστικά να πάψει να υπάρχει.
Αυτή η δύναμη του θηλυκού είναι η δύναμη της σαγήνης.

Η παρακμή της ψυχανάλυσης και της σεξουαλικότητας ως ισχυρών δομών, ο υποβιβασμός τους σε ένα σύμπαν ψυχαναλυτικό και κυτταρικό (που δεν είναι άλλο από εκείνο της οριστικής τους απελευθέρωσης) αφήνει, συνεπώς να διαφανεί ένα άλλο σύμπαν (παράλληλο με την έννοια ότι αυτές δεν συναντώνται ποτέ), που δεν ερμηνεύεται πλέον με όρους ψυχικών και ψυχολογικών σχέσεων, ούτε με όρους απώθησης ή ασυνειδήτου, αλλά με όρους παιχνιδιού, πρόκλησης, δυαδικών σχέσεων και στρατηγικής εντυπώσεων: με όρους σαγήνης -διόλου πλέον με όρους δομής και διακριτικών αντιθέσεων, αλλά σαγηνευτικής αντιστρεψιμότητας- ένα σύμπαν όπου το θηλυκό δεν είναι αυτό που αντιτίθεται στο αρσενικό αλλά αυτό που το σαγηνεύει.

Στη σαγήνη το θηλυκό δεν αποτελεί ούτε μαρκαρισμένο ούτε αμαρκάριστο όρο. Ούτε συγκαλύπτει μια «αυτονομία» επιθυμίας ή ηδονής, μια αυτονομία σώματος, λόγου ή γραφής την οποία είχε ενδεχομένως απολέσει ( ; ), δεν διεκδικεί την αλήθεια του, σαγηνεύει.
Βεβαίως, αυτή η κυριαρχία της σαγήνης μπορεί να θεωρηθεί θηλυκή κατά σύμβαση, όμοια με τη σύμβαση που θέλει τη σεξουαλικότητα κατά βάση αρσενική, η ουσία όμως είναι ότι η μορφή αυτή υπήρχε ανέκαθεν -σκιαγραφώντας, στο περιθώριο, το θηλυκό ως αυτό που δεν είναι τίποτα, που δεν «παράγεται» ποτέ, δεν βρίσκεται ποτέ εκεί όπου παράγεται (και άρα, σαφέστατα, σε καμία «φεμινιστική» διεκδίκηση)- και τούτο όχι σε μια προοπτική ψυχικής ή βιολογικής αμφιφυλίας, αλλά μιας διαφυλετικότητας της σαγήνης την οποία σύνολη η σεξουαλική οργάνωση τείνει να αποδυνάμωση, ακόμα και η ίδια η ψυχανάλυση, σύμφωνα με το αξίωμα ότι δεν υπάρχει άλλη δομή πέραν της σεξουαλικής, γεγονός που την καθιστά συνταγματικά ανίκανη να μιλήσει για κάτι διαφορετικό.

Τι αντιτάσσουν οι γυναίκες στη φαλλοκρατική δομή μέσα από το δικό τους κίνημα αμφισβήτησης; Μια αυτονομία, μια διαφορά, μια ιδιαιτερότητα επιθυμίας και ηδονής, μια άλλη χρήση του σώματος τους, ένα λόγο, μια γραφή – ουδέποτε τη σαγήνη. Ντρέπονται γι’ αυτήν σαν να επρόκειτο για μια τεχνητή σκηνοθεσία του σώματός τους, για ένα πεπρωμένο υποτέλειας και εκπόρνευσης. Δεν καταλαβαίνουν ότι η σαγήνη αντιπροσωπεύει τον έλεγχο του συμβολικού σύμπαντος, τη στιγμή που η εξουσία δεν αντιπροσωπεύει παρά τον έλεγχο του πραγματικού σύμπαντος. Η κυριαρχία της σαγήνης δεν συγκρίνεται με την κατοχή της πολιτικής ή της σεξουαλικής εξουσίας.
Παράξενη και λυσσαλέα σύμπραξη του φεμινιστικού κινήματος με την τάξη της αλήθειας. Διότι η σαγήνη καταπολεμά και απορρίπτεται ως τεχνητή παραποίηση της αλήθειας της γυναίκας, αυτής που τελεσίδικα βρίσκουμε εγγεγραμμένη στο σώμα της και την επιθυμία της. Είναι, επομένως σαν να εξαλείφεται με μιας το εξαιρετικό προνόμιο του θηλυκού: το ότι δεν συναίνεσε ποτέ στην αλήθεια, στο νόημα, παραμένοντας απόλυτος άρχων του βασιλείου των εντυπώσεων. Εγγενής ικανότητα της σαγήνης να στερεί τα πάντα από την αλήθεια τους και να τα εμπλέκει στο παιχνίδι, στο καθαρό παιχνίδι των εντυπώσεων, κι εκεί να εξουδετερώνει μια κι έξω όλα τα συστήματα νοήματος και εξουσίας: να στρέφει τις εντυπώσεις προς τον εαυτό τους, να κάνει το σώμα να λειτουργεί ως εντύπωση και όχι ως βάθος επιθυμίας – άρα όλες οι εντυπώσεις είναι αντιστρέψιμες’ μόνο σ’ αυτό το επίπεδο τα συστήματα είναι εύθραυστα και ευάλωτα, το νόημα είναι ευάλωτο μονάχα στη μαγεία. Απίστευτη τύφλωση η απάρνηση αυτής της μοναδικής ικανότητας, της ισάξιας και ανώτερης όλων των άλλων, στο μέτρο που τις αντιστρέφει όλες χάρη στο απλό παιχνίδι της στρατηγικής των εντυπώσεων.

Η ανατομία είναι το πεπρωμένο, έλεγε ο Φρόυντ. Μπορεί να μας εκπλήσσει που η άρνηση αυτού του -εξ ορισμού φαλλικού και επισφραγισμένου από την ανατομία- πεπρωμένου από το γυναικείο κίνημα οδηγεί προς μια εναλλακτική που παραμένει κατά βάση ανατομική και βιολογική:

»Η γυναικεία ηδονή δεν χρειάζεται να επιλέξει μεταξύ κλειτοριδικής ενεργητικότητας και κολπικής παθητικότητας. Η ηδονή του κολπικού χαδιού δεν χρειάζεται να αντικατασταθεί από εκείνη του κλειτοριδικού χαδιού. Και οι δύο συνδράμουν, με τρόπο αναντικατάστατο, στη γυναικεία ευχαρίστηση (…) Μεταξύ άλλων (…) το χάδι στα στήθη, το άγγιγμα του αιδοίου, το μισάνοιγμα των χειλιών, η παλινδρομική πίεση στο οπίσθιο τοίχωμα του αιδοίου, η επίψαυση του τραχήλου της μήτρας κ.λπ., για να αναφέρουμε ορισμένες μόνο από τις αποκλειστικά γυναικείες ηδονές (Luce Irigaray, Βελγίδα φιλόσοφος, γλωσσολόγος και ψυχαναλύτρια, υπήρξε μαθήτρια του Jacques Lacan, άσκησε τεράστια επιρροή στο φεμινιστικό κίνημα διεθνώς.)»

Γυναικείος λόγος; Μα πάντοτε ανατομικός, πάντοτε σωματικός. Η γυναικεία ιδιαιτερότητα έγκειται στη διάθλαση των ερωτογενών ζωνών, σε μια αποκεντρωμένη ερωτογένεια’ διάχυτη πολυμέρεια της ηδονής και μεταμόρφωση ολόκληρου του σώματος από την επιθυμία: αυτή είναι η μόνιμη επωδός που διατρέχει ολόκληρη τη σεξουαλική και γυναικεία επανάσταση, αλλά και ολόκληρη την κουλτούρα μας περί σώματος, από τα Αναγράμματα του Bellmer στις μηχανιστικές διακλαδώσεις του Deleuze. Γίνεται διαρκώς λόγος περί σώματος, εάν όχι ανατομικού, τουλάχιστον οργανικού και ερωτογενούς, περί λειτουργικού σώματος του οποίου προορισμός θεωρείται η ευχαρίστηση και φυσική εκδήλωση η επιθυμία, ακόμα και σ’ αυτή την κατακερματισμένη και μεταφορική μορφή.
Ένα από τα δύο ισχύει: είτε μέσα σε όλα αυτά το σώμα δεν είναι παρά μια μεταφορά (μα για ποιο πράγμα μιλά τότε η σεξουαλική επανάσταση κι ολόκληρος ο πολιτισμός μας, που έχει γίνει πολιτισμός σώματος; ), είτε μ’ αυτό τον σωματικό, τον γυναικείο λόγο περάσαμε οριστικά σε ένα ανατομικό πεπρωμένο, στην ανατομία ως πεπρωμένο. Τίποτε απ’ όλα αυτά δεν αντίκειται ριζικά στον Φρόυντ.

Πουθενά δεν γίνεται λόγος περί σαγήνης, για τον εξωραϊσμό του σώματος μέσω του τεχνάσματος και όχι μέσω της επιθυμίας, για το σαγηνευμένο ή το προς σαγήνευση σώμα, για το σώμα που έχει απομακρυνθεί παράφορα από την αλήθεια του, από αυτή την ηθική αλήθεια της επιθυμίας που μας κατατρύχει – αλήθεια σοβαρή, βαθιά θρησκευτική, την οποία στις μέρες μας ενσαρκώνει το σώμα, και την οποία η σαγήνη είναι εξίσου καταχθόνια και πανούργα όσο άλλοτε για τη θρησκεία’ πουθενά δεν γίνεται λόγος για το παραδομένο στις εντυπώσεις σώμα.
Συνεπώς, μονάχα η σαγήνη αντίκειται ριζικά στην ανατομία ως πεπρωμένο. Μονάχα η σαγήνη θρυμματίζει τη διακρισιακή σεξουαλικοποίηση των σωμάτων και τη συνακόλουθη αναπόφευκτη φαλλική οικονομία.

Κάθε κίνημα που πιστεύει ότι ανατρέπει τα συστήματα εκ των ένδον είναι αφελές.

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Baudrillard, Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

2 Responses to Περί Σαγήνης

  1. Ο/Η heroicodesembarazo λέει:

    Για σαγήνη ομιλεί και ο Μπαντιού.
    Η φιλοσοφία «ομιλεί για να σαγηνεύσει. Ας εννοήσουμε κατ’ αυτόν τον τρόπο τη σωκρατική λειτουργία της διαφθοράς της νεολαίας. Διαφθείρω τη νεολαία σημαίνει ότι με διακατέχει μία σαγηνευτική εχθρότητα προς το κανονικό καθεστώς της σαγήνευσης. Είναι αναγκαίο να αντιμάχεσαι, με μιαν απρόσμενη σαγήνευση, αυτό που η ίδια η κοινωνία συγκροτεί ως τη συνηθισμένη μορφή της σαγήνευσης. Υπ’ αυτή την έννοια επιμένω και λέω ότι η μοίρα της φιλοσοφίας είναι να διαφθείρει τη νεολαία, να της μάθει ότι οι άμεσες σαγηνεύσεις είναι ασήμαντες αλλά συνάμα ότι υπάρχουν και ανώτερες σαγηνεύσεις».
    Alain Badiou, «L’aveu du philosophie», http://www.lacan.com/badphilo.htm
    (από το περιοδικό αλήθεια, τ. 6, σελ. 30)

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s