Τι είναι η πατρίδα μας;

Μην είναι αυτό, μην είναι εκείνο – μα τι είναι λοιπόν ; Ποια είναι η πατρίδα κάποιων ; Ας δούμε το θέμα λίγο σαν πρόβλημα της φιλοσοφίας της γλώσσας : για ένα κατηγόρημα «Άγγλος», «Γάλλος», «Πορτογάλος», πώς να αποφασίσουμε ποια αντικείμενα (ποιοι άνθρωποι) εμπίπτουν σε ποιο κατηγόρημα; Έχουν τελικά νόημα αυτά τα κατηγορήματα;

Αυτό που βλέπουμε εδώ είναι βασικά η γνωστή ιστορία με όλα τα κατηγορή­ματα: δεν υπάρχουν απαραίτητα και επαρκή κριτήρια για να ανήκει κάτι σε ένα σύνολο. Στη συγκεκριμένη περίπτωση, όμως, η κατάσταση είναι πιο προβληματική, γιατί κάθε κριτήριο είναι κοινωνικά κατασκευ­ασμένο με τρόπους που προϋποθέτουν την έννοια που προσπαθούμε να ορίσουμε. Για παράδειγμα, θα λέγαμε ότι κάποιος είναι Πορτογάλος, εφόσον έχει δικαίωμα για πορτο­γαλικό διαβατήριο. Όμως αυτό προφανώς δεν μας βοηθάει: το δικαίωμα για διαβατήριο το έχει επειδή είναι Πορτογάλος και όχι το ανάποδο, μας χρειάζεται, δηλαδή, ακριβώς αυτό που θέλουμε να εξηγήσουμε. Ούτε ο τόπος καταγωγής προσφέρει ιδιαί­τερη βοήθεια ατό θέμα. Αυτό που λογίζεται ως Ελλάδα σήμερα μπορεί να μην ήταν Ελλάδα στο παρελθόν και μπορεί να μην είναι Ελλάδα στο μέλλον. Η απόφαση για τον τόπο εξαρτάται και από την απόφαση ποιος ανήκει στο έθνος.

Παρόμοια προβλήματα έχουν και τα άλλα πολιτιστικά κριτήρια: Είναι προφανές τι γλώσ­σα μιλώ; Ακόμα κι αν αγνοήσουμε ότι κάποιοι άνθρωποι έχουν παραπάνω από μια μητρική γλώσσα και κάποια έθνη έχουν παραπάνω από μια γλώσσα, τότε ποια είναι η γλώσσα ενός έθνους; Μια κατασκευασμένη τυποποι­ημένη γλώσσα ; Στην περί­πτωση της ελληνικής θα ήταν ίσως προφανές σήμερα ποια είναι η γλώσσα. Τα γερμανικά, όμως, πού ξε­κινούν και πού σταματούν: [Εντάσσονται σ αυτά τα κάτω-γερμανικά ή και τα ελβετικά γερμα­νικά, αλλά όχι τα ολλανδικά;]. Πόσες γλώσσες υπήρχαν στην Γιουγκοσλαβία; [Είναι τα σερβο-κροατικά ή  είναι σερβικά και κροατικά; Είναι τα σλαβομακεδονικά «στην πραγματικότητα» μια βουλγαρική διάλεκτος; κτλ., κτλ.) Γι’ αυτά τα ζητήματα αποφασίζουμε, αφού αποφασίσουμε για το έθνος και όχι από πριν.

Παρόμοια προβλήματα εμφανίζονται και με το θρήσκευμα. Οι Βούλγαροι αποφάσισαν να διαχωριστούν από τους υπόλοιπους ορθόδο­ξους στην Οθωμανική αυτοκρατορία, αφότου θελήσανε ένα εθνικό κράτος. Οι Σλαβομακεδόνες αποφάσισαν ότι δεν είναι ορθόδοξοι Βούλγαροι, αφότου βρεθήκανε σε διαφορετικό κράτος και επιθύμησαν για τους εαυτούς τους ένα εθνικό κράτος. (Περισσότερα προβλήματα υπάρχουν βέβαια και με άλλες πλευρές του «τυπικού εθνικού πολιτισμού», όπως το φαγη­τό, το ντύσιμο, κτλ.).

Και τέλος υπάρχει, φυσικά,  η «κοινή ιστορία», ίσως ο βασικός ενοποιητικός παράγοντας για τους περισσότερους. Και ο πλέον άπελπις. Τα έθνη πηγαίνουν όσο πιο πίσω στην ιστο­ρία μπορούν για να ανακαλύψουν την ενότητα και να διεκδικήσουν ανεξαρτησία (με την αξιο­σημείωτη εξαίρεση των ΗΠΑ). Η κοινή ιστορία έχει το πρόβλημα της ταυτότητας- στη- διάρκεια- του-χρόνου που κάθε μη-φυσική οντότητα έχει, συν μερικά ακόμα. Σκεφτείτε κατ’ αρχήν το «παράδοξο της εξέλιξης». Υποθέτουμε στη Βιολογία ότι ο απόγονος μελών ενός είδους ανήκει στο ίδιο είδος. Στη βάση αυτής της άποψης κανένα νέο είδος δεν μπορεί να υπάρξει, η εξέλιξη είναι αδύνατη. Αντίστοιχα, αν η ιστορία των βιολογικών προγόνων μου είναι η ιστορία μου, τότε όλα τα έθνη πρέπει να έχουν υπάρξει από την αρχή του χρόνου. Η εθνογένεση είναι ιστορικό φαινόμενο. Επιπλέον, ιστορικά η επιγαμία αποτελεί τον κανόνα και όχι την εξαίρεση. Δεν είναι σχεδόν καθόλου λογικό να αποδίδει κανείς εθνικότητα σε ανθρώπους πριν από την εμφάνιση των εθνικών κρατών μετά τη Γαλλική επανάσταση. Και να μην πλανιόμαστε από τη χρήση της ίδιας λέξης: «Μακεδόνας» σίγουρα σημαίνει τελείως διαφορετικά (και διάφορα) πράγματα τώρα από αυτά που σήμαινε σε άλλες φάσεις της ιστορίας.

Μια σημαντική διάσταση φαίνεται να απο­τελεί το γεγονός ότι ο καθορισμός του εαυτού προϋποθέτει τον καθορισμό του άλλου. Στην πραγματικότητα το να οριζόμαστε ως άλλοι από τους άλλους μας κάνει να ορίζουμε τους εαυτούς μας ως διαφορετικούς. Η ιδέα του άλλου υποδεικνύει ότι ενδεχομένως το όλο ζή­τημα αφορά περισσότερο τη «σχέση» παρά την ταξινόμηση. Ιστορικά, αν καταπιέζεται κάποιος ως Χ, τότε μπορεί να αρχίσει να σκέφτεται ότι το Χ είναι σημαντικό. Μπορεί να είναι περήφανος που είναι Χ και μάλλον έπονται αναταραχές. Όπως είπε ο Σαρτρ, είναι ο αντισημίτης που δημιουργεί τον Εβραίο, (και ο Οθωμανός που δημιουργεί τον Έλληνα και ο Έλληνας μετά τον Νεότουρκο).

Τι προτείνεται λοιπόν ; Πρέπει να ορίζουμε τις λέξεις με έναν τρόπο που παίρνει υπόψη του την ασάφεια και τα προβλήματα. Μια δυνατότητα θα ήταν τα στερεότυπα όπως τα ορίζει η Ε. Ρος : περίπου ότι Έλληνας είναι όποιος μοιάζει αρκετά με τον στερεότυπο «κλασικό Έλληνα». Η ψυχολογική θεωρία αυτή βασίζεται στην βιτγγενσταινή «οικογενειακή ομοιότητα» ανάμεσα στα άτομα ενός συνόλου. Αυτό είναι μια καλύτερη εικόνα, θα πρότεινα να τη συ­μπληρώσουμε με την έννοια της «επαγωγικής ισχύος», δηλαδή τι μπορείς να συναγάγεις από την πληροφορία ότι κάποιος εμπίπτει σε ένα κατηγόρημα; Αν μαθαίνεις για κάποιον, για παράδειγμα ότι είναι: Καταλανός, μαύρος, γαλαζομάτης, κοκκινομάλλης, ομοφυλόφιλος ή Ευρωπαίος, … έμαθες πραγματικά κάτι; Νομίζω πως ναι. Τι έμαθες; Με πόση σιγουριά; Αυτό είναι που πρέπει ο καθένας να εντοπίσει στην κάθε περίπτωση. – Δεν θα είναι και πολλά σε καμιά από τις περιπτώσεις, οπότε ίσως και να είναι προτιμότερο να μην χρησιμοποιούμε καθόλου την κατηγορία, οπότε και να μη σηματοδοτούμε ένα άτομο ως άλλο.

Vincent Muller

Περιοδικό Cogito, τεύχος 03, 2005

απόσπασμα

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s