ΑΡΧΑΙΑ ΠΟΛΙΤΕΙΑΚΑ Ι Νόμος και Δημοκρατία στην Αρχαία Αθήνα

Ο νόμος στους Αρχαίους Αθηναίους σύμφωνα με τον Αριστοτέλη αφορά γενικά καθήκοντα και δικαιώματα. Γίνεται σαφής διάκριση ανάμεσα στο νομοθέτη και στο μέλος της Εκκλησίας, διότι του πρώτου η απόφαση αφορά κάτι το γενικό που αποβλέπει στο μέλλον ενώ του δεύτερου οι αποφάσεις αφορούν συγκεκριμένες συγκυρίες 1. Ο νόμος δεν μπορεί να αναφέρεται στο συγκυριακό αλλά στο γενικό και διαχρονικό2. Στα πολιτικά3 παρουσιάζει διακριτές τις σφαίρες του νόμου και των αξιωματούχων4. Οι νόμοι περιέχουν γενικές κατευθύνσεις ενώ οι αξιωματούχοι ασχολούνται με την εφαρμογή τους στις συγκεκριμένες περιστάσεις5. Αν λοιπόν ο νόμος ήταν διαχρονικής ισχύος , οι αξιωματούχοι όφειλαν να υπόκεινται στους νόμους. Η υποστήριξη του νόμου απέκλειε το να τοποθετήσει κάποιος τον εαυτό του πέραν του νόμου. Η πρωτοκαθεδρία του νόμου αποτελούσε τροχοπέδη απέναντι στη διαφθορά6 του συστήματος από τους πολίτες με σκοπό το προσωπικό όφελος. Οι υποστηρικτές του νόμου τόνιζαν γιατί ο νόμος είναι κοινωνικό αγαθό  και τι συνέπειες θα είχε η τοποθέτηση μιας μειοψηφίας ανδρών σε μια εξουσία που θα υπερέβαινε τους νόμους. Το επιχείρημα ήταν ότι όταν συμβαίνει αυτό, η κοινωνία διχάζεται με συνέπεια να αδυνατεί να παρέχει ίση προστασία σε όλα τα μέλη της. Για αυτό και θεσμοθετήθηκαν οι ανάλογοι μηχανισμοί ώστε ο νόμος να παραμένει υπεράνω όλων7.

Πώς εδραιώνεται μια γενική προσταγή ως νόμος; Από τη μία, αποφασίζεται από τη διακυβέρνηση8. Από την άλλη, ο νόμος οφείλει να είναι ωφέλιμος ή δίκαιος για την κοινότητα9. Επομένως, μία γενική απόφαση που δε θέτει ως στόχο το δίκαιο ή το συμφέρον της κοινότητας είναι άνομη10. Ο Αισχύνης11 παρόμοια με το αριστοτελικό σκεπτικό βλέπει τους νόμους ως γενικές αρχές δικαιοσύνης. Στον Δημοσθένη12 τα κριτήρια που νομιμοποιούν μια γενική αρχή είναι τέσσερα:

1. η θέληση των Θεών

2. ο ανθρώπινος λόγος

3. η ηθική βελτίωση

4. η συμφωνία της κοινότητας

Οι Αθηναίοι δεν έκαναν σαφή διάκριση μεταξύ θεϊκού και κοσμικού νόμου. Ο νόμος της Δημοκρατίας ήταν νόμος των θεών και τούμπαλιν. Σύμφωνα με τον Ηράκλειτο και τον Πλάτωνα, σε κάθε ανθρώπινο νόμο αντανακλάται ο θεϊκός νόμος13. Και στους δύο συγγραφείς ο θεϊκός και ο κοσμικός νόμος αλληλοστηρίζονται. Ομοίως και στην ελληνική τραγωδία παρουσιάζονται οι θεοί να είναι οι συγγραφείς των νόμων της πόλης14.

Οι νόμοι των θεών στον Ξενοφώντα15 παρουσιάζονται ως άγραφοι ή κοινοί για την ανθρωπότητα. Στον Πλάτωνα16 τα “άγραφα νόμιμα” είναι οι δεσμοί όλων των ισχύοντων νόμων αλλά και όσων πρόκειται να δημιουργηθούν.

Η αλληλοστηρικτική σχέση θεϊκών και κοσμικών νόμων εξηγείται από τον Ε. Brown17 από την οπτική ότι υπάρχει μία συμπαντική τάξη, έκφανση της οποίας είναι η ανθρώπινη τάξη. Οι ανθρώπινοι νόμοι θεμελιώνονται σε μία φυσική τάξη. Αυτό όμως δε συνεπάγεται και υποταγή των ανθρώπινων νόμων σε κάποιους υπέρτατους συμπαντικούς ή θεϊκούς νόμους. Ο Καστοριάδης18 τονίζει, σε αντίθεση με μία ερμηνεία που θα έβλεπε τους Έλληνες πειθήνια όργανα μιας ανώτερης συμπαντικής τάξης, πως κεντρική έννοια για την αρχαία σκέψη είναι η έννοια του χάους19. Κόσμος και Θεοί αδιαφορούν για τον άνθρωπο. Μόνο αν κάποιος τους ζημιώσει ή ασεβήσει σε βάρος τους, τότε παρεμβαίνουν. Εξάλλου, και οι ίδιοι οι θεοί υπόκεινται σε μια απρόσωπη μοίρα. Ο νόμος ύπαρξης τού Είναι απαρτίζεται από τη γένεση και τη φθορά, την επιστροφή στο χάος και την αναδημιουργία του κόσμου από το χάος. Επομένως, η ιδέα ενός ιστορικού νόμου-εγγυητή μιας ιδανικής κοινωνίας είναι αδιανόητη για τους Έλληνες. Το ότι ο άνθρωπος υπόκειται στον συμπαντικό νόμο της γένεσης και της φθοράς συνεπάγεται πως ό,τι καλούμαστε να πραγματώσουμε θα το πραγματώσουμε μόνοι μας. Σε αυτά τα πλαίσια η άγνοια των συνεπειών των ανθρωπίνων πράξεων είναι και η πιθανότητα της ύβρεως. Απότοκο της άγνοιας είναι η αρχή της αμφισβήτησης. Η αρχή της αμφισβήτησης φαίνεται πως συνέβαλε στην κριτική της παράδοσης και κατά συνέπεια στη γένεση της Δημοκρατίας αλλά και στην ελεύθερη κριτική αποτίμηση του εαυτού της.

Ενδεικτικό αυτής της αυτοκριτικής της Δημοκρατίας αποτελεί ο εφηβικός όρκος όπου και διαπιστώνεται η διάκριση ανάμεσα σε ήδη θεσμοθετημένους(κειμένους) και νόμους που πρόκειται να θεσμοθετηθούν στο μέλλον. Η υπακοή στους πρώτους είναι δεδομένη, αλλά η υπακοή στους μελλοντικούς καθορίζεται από το αν “ιδρύσωνται εμφρόνως”. Το κριτήριο της ευνομίας είναι το “εμφρόνως” δηλ. ο νόμος να αποσκοπεί στο γενικό καλό.

Παράλληλα, αξίζει να σημειωθεί πως ο εν λόγω όρκος επέτρεπε στους Αθηναίους να μην υπακούουν σε αξιωματούχους στις περιπτώσεις όπου οι αξιωματούχοι δε λειτουργούσαν σύμφωνα με το νόμο. Η υπακοή στο νόμο ήταν σημαντικότερη από την υπακοή σε έναν αξιωματούχο. Ο Περικλής στον Επιτάφιο δηλώνει ότι ο σεβασμός αφορά και νόμο και αξιωματούχο αλλά μεγαλύτερη αξία είχε ο σεβασμός και η υπακοή στο νόμο. Ο Δημοσθένης20 θεωρεί ολιγαρχικό το να μη υφίστανται κριτική οι αξιωματούχοι.

Η αξιοπιστία του κειμένου νόμου έγκειται στο ότι έχει αποδειχθεί η ορθότητά του στο πέρασμα του χρόνου. Προς επίρρωσιν αυτού βοηθά ο Θουκυδίδης21 που εξηγεί τη “στάση”(εμφύλια διαμάχη) ως αθέτηση των κειμένων νόμων. Η αθέτηση αυτή έρχεται σε αντίθεση με το κοινό αίσθημα δικαίου. Ομοίως και ο Σοφοκλής τοποθετεί την Αντιγόνη να υποστηρίζει τους νόμους που επικαλούνται τους θεούς αλλά και τη γνώμη της κοινότητας. Παρόμοιας σημασίας είναι ότι ενώ η έμφαση του Ξενοφώντος στο ότι οι άγραφοι νόμοι ανάγονται στη θέληση του θεού ή της φύσης, για τον Περικλή22 αποτελούν συνήθειες που τηρούνται από μία συγκεκριμένη κοινότητα. Πρόκειται για παρόμοια θέση με του Αριστοτέλη23 , γεγονός που επιβεβαιώνει τον μη-αναγώγιμο δημοκρατικό χαρακτήρα της Αθήνας του Περικλή σε ένα ιστορικό παρελθοντικό πρότυπο επιβεβαιώνοντας την ιδέα ότι καθορίζεται από τη συλλογική επιθυμία της κοινότητας.

1(Ρητ. 1.1.1354b4-8)

2(ΕΝ 5.14.1137b11-14,27-9)

3(1282b2)

4

5(Πολ. 1292a33)

6

7PAUL WOODRUFF,First Democracy: The Challenge of an Ancient Idea, σ. 121, R. Thomas, Writing, Law, And Written Law, , σ. 43, 46, 47, 52

8Για τη διακυβέρνηση στην Αρχαία Αθήνα βλ. Υποκ. 7
9J. Ober,, Law and Political Theory, σ. 397-398

10(Μείζων Ιππίας 283d-285b)

11(3.190)

12(25.16)

13(Ηράκλειτος fr. 253 Kirk-Raven; 114 Diels-Kranz,  Πλ. Κρίτων 54c6-8) Πρβλ A. Biscardi, Αρχαίο Αττικό Δίκαιο, Παπαδήμα, 1998, σ. 118

14(Αισχύλου Ευμενίδες).

15(Memorabilia 4.4.19)

16(Νόμοι 793a-b)

17Ε. Brown, The Emergence of Natural Law and of Cosmopolis, σ. 340, 354

18Καστοριάδης Κ., Η Αρχαία Ελληνική Δημοκρατία και η σημασία της για μας σήμερα, Ύψιλον, 1999, σ. 12, 20, 21, 22.

19(πχ Ησίοδος στχ 116)

20(22.31-2)

21(3.82.6)

22(Θουκ. 2.37.3)

23(Ρητ. 1.13.1373b)

Advertisements
Gallery | This entry was posted in Αρχαία Ελληνική Φιλοσοφία, Αριστοτέλης, Πλάτων, Πολιτική Φιλοσοφία, Φιλοσοφία. Bookmark the permalink.

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s